Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Κερδίστε πραγματικά από τη δημοσίευση του βιβλίου σας


«... Αν βρεθείτε μια ημέρα να αναλογίζεστε τη ζωή σας και ανακαλύψετε πως δεν έχετε τέτοιες ανυπολόγιστης αξίας αναμνήσεις, τότε...»

Συχνά γνωρίζω συγγραφείς που έχουν ήδη γράψει το βιβλίο τους, αλλά διστάζουν να εκτεθούν στο κοινό. Αμφιβάλλουν αν θα πρέπει να το εκδώσουν, φοβούνται μήπως δεν εκτιμηθεί, αναρωτιούνται αν θα έχει επιτυχία, ή αν τελικά αξίζει να ξοδέψουν χρήματα για την έκδοσή του. Σε αυτό το άρθρο θα μας απασχολήσει μόνο το τελευταίο ζήτημα. 

Είναι φυσικό κάποιος συγγραφέας να διστάζει να ξοδέψει για την έκδοση του βιβλίου του, ειδικά όταν πρέπει να πληρώσει ένα σχετικά υψηλό ποσό, που μερικές φορές ανέρχεται στο αντίστοιχο ενός καλοπληρωμένου μηνιάτικου.

Όμως διαβάζοντας αυτό το άρθρο πρόσφατα, γνωρίζω τώρα πια ακριβώς τι να απαντήσω σε όσους ρωτάνε αν αξίζει όντως να ξοδέψει κανείς λίγα ή πολλά χρήματα για να εκδώσει το βιβλίο του. Ειδικά το πρώτο του βιβλίο. Η χαρά που δοκιμάζει όταν το πρωτοπιάνει κανείς στα χέρια του, μόλις αυτό έχει βγει από το τυπογραφείο, ή όταν λάβει από έναν αναγνώστη μια επιστολή ευγνωμοσύνης, ή όταν το παρουσιάσει σε αγαπημένους του ανθρώπους για να μοιραστεί μαζί τους τη χαρά του, μπορούν να συγκριθούν με ελάχιστες από τις εμπειρίες αυτής της ζωής.

Ο αρθρογράφος τα εξηγεί όλα αυτά με πραγματικά μοναδικό τρόπο, και για αυτό θα παραθέσω μερικά από τα δικά του λόγια:

«Οι εμπειρίες που προσφέρει η ζωή δίνουν απόδοση της επένδυσης που είναι ανυπολόγιστης αξίας. Κάθε φορά. Οπότε, γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να ξοδέψουμε χρήματα;»

Όλοι «... σας λένε να αποταμιεύετε. Εντούτοις, δείτε το θέμα σαν να είναι η μία πλευρά του νομίσματος: Αποταμιεύστε για το μέλλον. Βρίσκομαι εδώ ώστε να σας πως να μη λησμονείτε και την άλλη πλευρά του νομίσματος: Ξοδέψτε για το μέλλον. Γιατί στο απώτερο μέλλον δεν είναι μόνο τα χρήματα αυτό που θα χρειαστείτε. Θα χρειαστείτε επίσης τις ανυπολόγιστης αξίας αναμνήσεις και εμπειρίες που θα σας θυμίζουν την υπέροχη ζωή που ζήσατε. Μπορώ να σας υποσχεθώ αυτό: Αν βρεθείτε μια ημέρα να αναλογίζεστε τη ζωή σας και ανακαλύψετε πως δεν έχετε τέτοιες ανυπολόγιστης αξίας αναμνήσεις, τότε θα βρεθείτε σε πολύ δύσκολη θέση».








Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Φρόντισέ το όσο καλύτερα μπορείς.



Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Θα ήθελες να θάψεις για πάντα το παιδί σου; Δεν το νομίζω. Αν, όμως, για κάποιον ανερμήνευτο, αυτοκαταστροφικό λόγο, αυτό είναι που θέλεις, τότε φτιάξ’ το μόνος σου. 


Προσφάτως έφτασε στην εταιρεία μας ερώτημα γιατί κοστολογούμε τόσο ακριβά τη δημιουργία ενός pdf ή ενός mobi, ενώ το word μετατρέπει αυτόματα ένα βιβλίο σε pdf ή ένα συγκεκριμένο εργαλείο ένα .doc σε .mobi αρχείο. Προφανώς αυτό που δεν είχε καταλάβει ο ερωτών ήταν ότι για να δημιουργηθεί ένα εκτυπώσιμο αρχείο pdf, θα πρέπει να προηγηθεί επαγγελματική σελιδοποίηση, κατά την οποία ένας γραφίστας στήνει το εσωτερικό ενός βιβλίου σύμφωνα με κάποιες προδιαγραφές (τυπογραφίας κ.ά.) και σύμφωνα με δεδομένα αρκετά πολύπλοκα μερικές φορές. Έπειτα περνάει σε αυτό όλες τις διορθώσεις που θα του στείλει ο διορθωτής και αργότερα ξαναπερνάει όσες βρεθούν κατά την αντιπαραβολή. Στη συνέχεια, αφού πρώτα το ελέγξει ο συγγραφέας, το αρχείο εξάγεται σε pdf, στις κατάλληλες διαστάσεις, ανάλυση, και με τα ανάλογα σημάδια κοπής και πίκμανσης, ώστε να είναι εκτυπώσιμο. Όσο για το ψηφιακό, π.χ. θα πρέπει να ενσωματωθούν στο αρχεία τα αντίστοιχα metadata ώστε το βιβλίο να εμφανίζεται ψηλά στις αναζητήσεις, τα περιεχόμενα κ.ά. Για τους περισσότερους συγγραφείς ακούγονται λίγο «κινέζικα» όλα αυτά και είναι φυσικό. Ωστόσο κατά καιρούς φτάνουν ανάλογα ερωτήματα, όπως αυτό που προ-ανέφερα, στην εταιρεία μας, από κάποιον που νομίζει ότι μπορεί να το κάνει μόνος του. Και είναι φυσικό από μια άποψη. Σε μια εποχή όπου πολλοί χρήστες υπολογιστή θεωρούν (επειδή διαθέτουν τα εργαλεία) ότι μπορούν μόνοι τους να ετοιμάσουν όλες τις εργασίες που αφορούν το βιβλίο τους, δεν θα περίμενε κανείς να μην συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δυστυχώς όμως ισχύει πάντα ο κανόνας ότι ποτέ αυτός που ασχολείται περιστασιακά με κάτι δεν μπορεί να γνωρίζει τα «μυστικά» που γνωρίζει ο επαγγελματίας. Στις 99% των περιπτώσεων που ο συγγραφέας έχει πει «έχω ετοιμάσει μόνος μου το βιβλίο μου», και θέλω μόνο να «ανεβεί» στο Amazon, ή «να εκτυπωθεί και να πωλείται στα βιβλιοπωλεία», τα αρχεία που μας στέλνει είναι πολύ χαμηλής ποιότητας από αισθητική και τεχνική άποψη, ώστε πρέπει να δημιουργηθούν από την αρχή.

Αν θέλετε να παρουσιάσετε ένα βιβλίο στην μαμά σας και στη φίλη σας, ναι, τότε σελιδοποιείστε το και δημοσιεύστε το μόνος σας. Δεν είναι ανάγκη να σπαταλήσετε χρήματα για αυτό το σκοπό. Αν όμως θέλετε το βιβλίο σας να φτάσει στα χέρια χιλιάδων αναγνωστών και να ανταγωνιστεί την επαγγελματική παρουσίαση των μεγάλων εκδοτών, είτε της Ελλάδας είτε του εξωτερικού, τότε πρωτίστως αναθέστε τη δημιουργία των αρχείων του (είτε αυτά προορίζονται για την εκτύπωση του χάρτινου, είτε για την πώληση του ψηφιακού βιβλίου) σε επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις προκλήσεις που αφορούν την ετοιμασία ενός πραγματικά ανταγωνιστικού βιβλίου. Και κυρίως ζητήστε δείγμα δουλειάς από αυτούς τους επαγγελματίες πριν τους αναθέσετε μια εργασία. Είναι σίγουρα προτιμότερο από το να σπαταλάτε χρόνο για «να το κάνετε μόνος σας» ή και αρκετά χρήματα για να αγοράσετε τις οδηγίες που θα σας μάθουν «πώς να το κάνετε μόνος σας».

Μην ξεχνάτε ποτέ ότι οι αναγνώστες, κυρίως του εξωτερικού, γράφουν κριτικές για τα βιβλία που έχουν διαβάσει. Κριτικές για το περιεχόμενο των κειμένων, αλλά και για τις διορθώσεις, τη σελιδοποίηση και οτιδήποτε αφορά το βιβλίο που αγόρασαν. Κι αυτές οι κριτικές συνοδεύουν για πάντα τα βιβλία. Κανείς δεν θα ήθελε να εμφανιστεί κάτω από το βιβλίο του (που το έγραφε επί τέσσερα χρόνια, και η μετάφρασή του στοίχισε π.χ. 1200 ευρώ) η παρακάτω κριτική ενός αναγνώστη: «Αγόρασα τη χάρτινη εκδοχή. Το κείμενο φαίνεται ενδιαφέρον, και ίσως να διαπίστωνα ότι είναι πράγματι, αν μπορούσα να το διαβάσω. Όμως το διάστιχο ήταν τόσο στενό και κουραστικό, που στραβώθηκα και το άφησα στη μέση. Αισθάνομαι ότι έχασα τα λεφτά μου». Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Θα ήθελες να θάψεις για πάντα το παιδί σου; Δεν το νομίζω. Αν, όμως, για κάποιον ανερμήνευτο, αυτοκαταστροφικό λόγο, αυτό είναι που θέλεις, τότε φτιάξ’ το μόνος σου.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Πώς να προωθήσω το βιβλίο μου;



«Οι συγγραφείς που δαπανούν σημαντικά ποσά για την προώθηση του βιβλίου τους θεωρούν ότι αυτό, εκτός από πνευματικό δημιούργημα, είναι και καταναλωτικό προϊόν»
 

 Το κόστος κάθε έκδοσης δεν είναι κυρίως το κόστος παραγωγής του βιβλίου. Το πιο συχνό λάθος που κάνουν οι ανεξάρτητοι συγγραφείς, όταν υπολογίζουν το κόστος μιας έκδοσης, είναι να σταματούν στο κόστος παραγωγής. Όμως στην πραγματικότητα δεν τελειώνει εδώ η δαπάνη για την κυκλοφορία ενός βιβλίου. Διότι για να δει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας το βιβλίο του να γίνεται γνωστό στο κοινό και να παρουσιάζει αξιοσημείωτες πωλήσεις, θα πρέπει να έχει επενδύσει κι ένα ποσό, μικρό ή μεγάλο, για την προώθησή του. Σε όσες προωθητικές ενέργειες κι αν προχωρήσει ο εκδότης, δεν είναι δυνατόν να του προσφέρει την απαραίτητη κάλυψη. Ο εκδοτικός οίκος έχεις παράλληλα και δεκάδες άλλα βιβλία να «τρέξει», από την παραγωγή ως την προώθησή τους. Ο χρόνος που αναλογεί στο κάθε ένα από αυτά δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένος και ισόποσα μοιρασμένος. Συνεπώς το βάρος της προώθησης του νέου τίτλου πέφτει κυρίως στον συγγραφέα και (πέρα από τη δωρεάν προώθηση που μπορεί να κάνει μέσω διαδικτύου) το ποσό, που θα πρέπει να έχει προϋπολογίσει για την προβολή του βιβλίου του, δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Κατά την άποψή μου, θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερο του κόστους έκδοσης, αν το μέσο προβολής είναι κυρίως το διαδίκτυο, και ακόμα πιο υψηλό, αν το βιβλίο πρόκειται να διαφημιστεί στα έντυπα και στην τηλεόραση.

Όσο αφορά το διαδίκτυο, οι επιλογές προβολής είναι πάρα πολλές, από δωρεάν έως πολύ δαπανηρές. Οι περισσότερες όμως (από όσες προσφέρονται με αμοιβή) είναι αρκετά οικονομικές, και κατά συνέπεια, κάνοντας μια σχετικά μικρή επένδυση, είναι πάρα πολύ πιθανόν το βιβλίο να σημειώσει ικανοποιητικές πωλήσεις. (με την προϋπόθεση βέβαια να είναι πραγματικά καλό, και να έχει επαγγελματική εμφάνιση*). Αυτό σημαίνει να πάρει ο συγγραφέας πίσω τα χρήματα που δαπάνησε για την πρώτη έκδοση, και να μπορεί να προχωρήσει σε ανατύπωση. Από εκεί και πέρα, αν το βιβλίο «αγγίξει» την πρώτη κρίσιμη μάζα κοινού, τις περισσότερες φορές θα αρχίσει να «τρέχει» μόνο του, με τη γνωστή μέθοδο «από στόμα σε στόμα».

Όσο αφορά τα άλλα μέσα, το κόστος προβολής μοιάζει δυσθεώρητο, αλλά μερικές φορές πάρα πολύ αποδοτικό. Πάντα θα θυμάμαι τι «πανικός» παρατηρήθηκε όταν μια συγγραφέας παρουσίασε το βιβλίο της σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή υψηλής θεαματικότητας. Τα βιβλία έφταναν σε τεράστιες ντάνες στα καταστήματα των χονδρεμπόρων και «έφευγαν» εν ριπή οφθαλμού. Την επόμενη μέρα, και για περίπου έναν μήνα δεν προλαβαίναμε να πουλάμε το συγκεκριμένο βιβλίο στο Captainbook.gr. Γνωρίζω ότι για να παρουσιάσεις ένα προϊόν στην εν λόγω εκπομπή, πρέπει να τα «σκάσεις χοντρά», όπως λέγεται. Χρειάζεσαι τουλάχιστον πέντε χιλιάδες ευρώ για μια δεκάλεπτη παρουσίαση. Όμως ο συγκεκριμένος εκδότης πήρε σίγουρα τα χρήματά του πίσω και μάλιστα πολύ γρήγορα.

Ας κάνουμε έναν πρόχειρο υπολογισμό: το βιβλίο πωλούνταν 15,00 ευρώ. Το καθαρό κέρδος του εκδότη, στην καλύτερη περίπτωση, πρέπει να είναι 3,00 ευρώ. Πούλησε σε έναν μήνα περίπου 6.000 αντίτυπα = 18.000 ευρώ. Μείον 5.000 ευρώ για την τηλεοπτική εκπομπή που το διαφήμισε = καθαρό κέρδος μέσα σε έναν μήνα 13.000 ευρώ. Καθόλου άσχημα, έτσι δεν είναι;

Όμως δεν είναι όλοι οι συγγραφείς έτοιμοι να ρισκάρουν έτσι εύκολα 5.000 ευρώ για μια μόνο διαφημιστική ενέργεια, ακόμα κι αν τους υποσχεθεί κάποιος ότι θα τα πάρουν πίσω σύντομα και με το παραπάνω. Επιπλέον υπάρχουν και πολλοί ακόμα παράγοντες που θα φέρουν άμεσα πωλήσεις, όπως το επικοινωνιακό χάρισμα του συγγραφέα ο οποίος θα μιλήσει στην τηλεοπτική εκπομπή, το θέμα του βιβλίου (που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μια αληθινή ιστορία «γαργαλιστική» και τραγική ταυτόχρονα), το αν είναι κατάλληλο για το κοινό τέτοιων εκπομπών κ.ά. Πάντως, καλώς ή κακώς η τηλεόραση έχει τη μεγαλύτερη δύναμη από άποψη προβολής, και όποιος αποτολμήσει ένα τέτοιο βήμα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μείνει παραπονεμένος. Αλλά συνήθως οι συγκεκριμένοι συγγραφείς, που κάνουν αυτά τα βήματα, έχουν θέσει εξ αρχής πολύ συγκεκριμένους στόχους: θεωρούν ότι το βιβλίο τους, εκτός από πνευματικό δημιούργημα είναι και καταναλωτικό προϊόν, γεγονός που δεν ντρέπονται να το ομολογήσουν στον εαυτό τους. Επιπλέον πιστεύουν ότι, αντιμετωπίζοντάς το και ως τέτοιο προϊόν, είναι θεμιτό να προσπαθούν να αυξήσουν τις πωλήσεις του ώστε να τους αποφέρει κέρδη. Κατά συνέπεια η συγγραφή για αυτούς, εκτός από ένα ευχάριστο χόμπι, είναι και κάτι σαν μια μικρή ή μεγάλη «επιχείρηση», στην οποία χρειάζεται να επενδύσουν κάποια ποσά, ώστε μελλοντικά να επιτύχουν κερδοφορία.

Όσο αποκρουστικές κι αν ακούγονται ορισμένες από τις παραπάνω σκέψεις στα καλλιτεχνικά αυτιά κάποιων συγγραφέων, είναι απαραίτητο να ειπωθούν, κυρίως από κάθε δημιουργό προς τον εαυτό του, πριν κάνει το πρώτο βήμα προς την έκδοση. Γιατί έτσι θα μπορεί να αποφασίσει πόσα βιβλία πρέπει να τυπώσει, και στη συνέχεια, αν το βιβλίο του δεν σημειώσει πωλήσεις, θα γνωρίζει πολύ καλά γιατί. Σε έναν κόσμο που λειτουργεί με κανόνες αγοράς, αν θέλεις πραγματικά το βιβλίο σου, ή οποιοδήποτε πνευματικό προϊόν, να γίνει ευρέως γνωστό, πρέπει να παίξεις με αυτούς τους κανόνες. Αν δεν τους παίξεις, τουλάχιστον απόλαυσέ το. Τύπωσε λίγα αντίτυπα, και μοιράσου με τους φίλους σου και τους γνωστούς σου την ανεπανάληπτη αυτή εμπειρία.

Αν όμως είσαι συγγραφέας που θέλει κάποια στιγμή να καταφέρει να ζει από τις πωλήσεις των βιβλίων του, αντιμετώπισε το δημιούργημά σου ως μια μικρή ή μεγάλη επιχείρηση. Μερικοί ήδη τα κατάφεραν άριστα, και πάρα πολλοί τα πηγαίνουν αρκετά καλά. Και επειδή το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι πάρα πολύ μικρό, και την «πίτα» των μεγάλων πωλήσεων την μοιράζονται πολύ λίγοι συγγραφείς κάθε φορά, θα πρέπει παράλληλα να δώσεις ώθηση στο βιβλίο σου μέσω της εξωστρέφειας. Αν π.χ. είναι κατάλληλο και για το ξένο κοινό, διακίνησέ το σε όσο πιο πολλές αγορές μπορείς, ώστε να αυξήσεις θεαματικά τους υποψήφιους αναγνώστες σου.

Όποιο δρόμο κι αν διαλέξεις, σημασία έχει να απολαύσεις τη διαδρομή.

----

*Το ζήτημα της ανάγκης επαγγελματικής παρουσίασης των βιβλίων θα το τονίζω ξανά και ξανά στα άρθρα μου, διότι καθημερινά αντιμετωπίζω το αποκαρδιωτικό γεγονός να φτάνουν στο βιβλιοπωλείο μας βιβλία με πολύ αξιόλογο περιεχόμενο αλλά με άκρως ερασιτεχνική, ή ακόμα και αντιαισθητική, εμφάνιση. Αυτό ίσως να μην είναι τόσο φοβερό, αν θέλει να τυπώσει κανείς δέκα αντίτυπα για να τα μοιραστεί με τους φίλους του. Αν όμως θέλει να διακινηθούν στην αγορά, και να ανταγωνιστούν ισάξια τα βιβλία των υπόλοιπων εκδοτών, τότε χρειάζεται οπωσδήποτε να επιμεληθεί την έκδοση ειδικός επαγγελματίας.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Σε πόσα αντίτυπα πρέπει να τυπώσω το βιβλίο μου;



Τα αρχεία του βιβλίου σου είναι έτοιμα, έχεις κάνει ήδη τη σχετική έρευνα και έχεις αποφασίσει ποιος εκδότης θα αναλάβει την παραγωγή. Τότε, εκ των πραγμάτων, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: σε πόσα αντίτυπα θα τυπωθεί η πρώτη έκδοση;

Είσαι νέος συγγραφέας, ενθουσιώδης, γεμάτος πίστη στο έργο σου, αλλά και γεμάτος ελπίδα. Μερικές φορές, όταν ονειροπολείς, φαντάζεσαι ότι το βιβλίο σου έχει κατακλίσει κάθε βιτρίνα και κάθε πάγκο βιβλιοπωλείου, και πως όλοι οι αναγνώστες σύντομα θα τρέχουν για να το προμηθευτούν. Όμως επειδή μετά ξυπνάς και προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι σώφρον να τυπώσεις 2.000 ή 3.000 αντίτυπα για την πρώτη έκδοση, γιατί πολύ πιθανόν να τα δεις στο μέλλον γεμάτα υγρασία να παλιώνουν σε κάποια αποθήκη.

Στο ζήτημα αυτό ο κάθε νέος συγγραφέας που ακόμα δεν γνωρίζει πόσο μεγάλο ή ποιο ακριβώς είναι το κοινό του, θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μεγαλύτερο τιράζ που μπορεί να χρηματοδοτήσει και στο μικρότερο τιράζ που μπορεί να του χρειαστεί.

Ως γνωστόν, σε κάθε εκτύπωση, όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός αντιτύπων, τόσο πιο χαμηλό προκύπτει το κόστος ανά τεμάχιο. Αυτός πρέπει να είναι ένας σημαντικός γνώμονας στην απόφαση που θα πάρεις, γιατί αν το κόστος ανά τεμάχιο είναι πολύ υψηλό (και θα είναι, αν τυπώσεις μόνο 20 αντίτυπα, μιας και στην Ελλάδα ακόμα η διαδικασία του print on demand δεν έχει αρκετά χαμηλό κόστος στον πολύ μικρό αριθμό τεμαχίων) το κέρδος σου θα είναι χαμηλότερο από τα έξοδά σου. Εφόσον κάθε βιβλίο σου θα κοστίζει π.χ. 8,00 ευρώ για να τυπωθεί, και εσύ δεν μπορείς να το πουλάς πάνω από 14,00 ευρώ, καταλαβαίνεις ότι θα μπεις «μέσα», μια και στην καλύτερη περίπτωση όταν θα πωλείται στα βιβλιοπωλεία, το ποσοστό του κέρδους σου θα είναι 50% της λιανικής του τιμής κατά μέσο όρο, δηλαδή 7,00 ευρώ.

Ας πάμε τώρα στο άλλο άκρο. Έχεις γράψει ένα βιβλίο που ενδιαφέρει πολύ περιορισμένο κοινό.
Π.χ. μια πανεπιστημιακή έρευνα για το σπάνιο είδος σαύρας της νοτίου Ελλάδας. Θέλεις να τυπωθεί σε 500 αντίτυπα για να χαμηλώσει αρκετά το κόστος ανά τεμάχιο, ώστε αν πουληθούν και τα 500, να έχεις σημαντικό κέρδος. Αλλά πώς θα γίνει αυτό; Το συγκεκριμένο βιβλίο θα το αγοράσουν 10-15 άτομα στην καλύτερη περίπτωση, και τα υπόλοιπα βιβλία θα μείνουν δια παντός στην αποθήκη σου να θυμίζουν την νεανική επιπολαιότητά σου.

Πριν αποφασίσεις σε πόσα αντίτυπα θα τυπώσεις το βιβλίο σου, προσπάθησε να σκεφτείς ποιους μπορεί να ενδιαφέρει, πόσο πλατύ ενδέχεται να είναι το κοινό σου, αν τα «δώσεις όλα» για την προβολή του. Πόσοι είναι οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γνωστοί σου και οι γνωστοί των γνωστών σου, που θα το αγόραζαν σε παρουσιάσεις που μπορεί να οργανώσεις ανά την Ελλάδα. Ακόμα προσπάθησε να υπολογίσεις για πόσο καιρό θα ήθελες να έχεις διαθέσιμα αντίτυπα, για δώρα, για προωθητικούς σκοπούς, για κάποια περίσταση που δεν έχει παρουσιαστεί (π.χ. να προσφέρεις δώρα σε έναν μελλοντικό εργασιακό χώρο) ακόμα ακόμα πόσα αντίτυπα θα ήθελες να μείνουν για τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου. Και κάπου εκεί βρίσκεται το νούμερο που ψάχνεις, αφού προσθέσεις κι ένα 10% για την ενδεχόμενη περίπτωση της ξαφνικής επιτυχίας, ώστε να υπάρχει χρόνος για ανατύπωση. Περίπου τόσα θα πρέπει να είναι τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης, και μετά βλέπεις. Μακάρι να πάνε όλα καλά και να προχωρήσεις σε δεύτερη και τρίτη. Όμως αν κάποιος τυπογράφος ή εκδότης σου πει με ευκολία «το βιβλίο σου θα σκίσει, πρέπει σίγουρα να τυπώσουμε 1000 αντίτυπα, για αρχή», τότε έχεις ανάγκη από μια ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ τύχη, για να πάρεις τουλάχιστον πίσω τα χρήματά σου.





Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Αυτο-έκδοση: Ιστορίες επιτυχίας




Ο συγγραφέας Hugh Howey άντλησε έμπνευση από την την καριέρα του ως καπετάνιου γιοτ και ως βιβλιοπώλη, εξέδωσε το βιβλίο του ως ανεξάρτητος συγγραφέας, και σύντομα είδε τις πωλήσεις του να απογειώνονται θεαματικά. Σε αυτό το βίντεο μοιράζεται τις σκέψεις του για τις ανεξάρτητες εκδόσεις και αποπειράται να προβλέψει το μέλλον για τους συγγραφείς.
(Δες και το άρθρο: Συγγραφέας δεν είναι μόνο ο λογοτέχνης)

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Αναζητήστε τον εκδότη που σας ταιριάζει




Το βιβλίο, ειδικά το πρώτο, ενός συγγραφέα, κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί μία από τις πιο μεγάλες συναισθηματικές επενδύσεις της ζωής του. Κανονικά δεν θα πρέπει να το αντιμετωπίζει επιπόλαια. Ωστόσο έχω γνωρίσει συγγραφείς έντονα απογοητευμένους από την έως τώρα επαφή τους με τον εκδοτικό χώρο και, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τη συνέχεια, όχι άδικα.  

Ας πούμε ότι ήρθε η ώρα να εκδώσετε το βιβλίο σας και ψάχνετε για εκδότη. Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι δεν είστε από τις ελάχιστες «φίρμες» που βρίσκουν άνετα χρηματοδότηση, και αποφασίζετε να αναζητήσετε την πιο συμφέρουσα προσφορά κόστους σε συνάρτηση με όλο το υπόλοιπο πακέτο που μπορεί να προσφέρει ένας εκδοτικός οίκος (π.χ. επωνυμία, προβολή, τρόπους πληρωμής των ποσοστών σας από τις πωλήσεις, εγγύηση ότι αυτή η πληρωμή θα πραγματοποιηθεί τελικά, κ.ά.) Για όλα αυτά θα πρέπει να προηγηθεί πολύ προσεκτική αναζήτηση και έρευνα.

Το βιβλίο, ειδικά το πρώτο, ενός συγγραφέα, κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί μία από τις πιο μεγάλες συναισθηματικές επενδύσεις της ζωής του. Κανονικά δεν θα πρέπει να το αντιμετωπίζει επιπόλαια. Ωστόσο έχω γνωρίσει συγγραφείς έντονα απογοητευμένους από την έως τώρα επαφή τους με τον εκδοτικό χώρο και, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τη συνέχεια, όχι άδικα. Στον έναν ο εκδότης του δεν έχει αποδώσει τα ποσοστά που αναγράφονται στο συμφωνητικό που συνυπέγραψαν, σε άλλον έχουν τυπώσει βιβλίο που μοιάζει περισσότερο με ένα μάτσο κολλημένες μεταξύ τους, κακοτυπωμένες φωτοτυπίες και με εξώφυλλο που ξεβάφει, άλλος βρήκε μια πολύ χαμηλή τιμή αλλά ουσιαστικά ο εκδότης του ήταν απλά ένας τυπογράφος, δηλαδή δεν υποστήριζε το βιβλίο με διακίνηση ή με προωθητικές υπηρεσίες, ούτε με συμβουλές και καθοδήγηση για τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουν μια έκδοση. Όμως, μια από τις χειρότερες περιπτώσεις που έχω συναντήσει ήταν εκείνη ενός συγγραφέα που μου ανέθεσε να αναλάβω την έκδοση του δεύτερου βιβλίου του. Είχε εκδώσει το πρώτο σε κάποιον εκδότη, σε 1.000 αντίτυπα (πολύ υψηλό τιράζ, νομίζω, για συγγραφέα που εκδίδει πρώτη φορά και μάλιστα σε μια εποχή που η πτώση των πωλήσεων είναι δραματική), αλλά στο δεύτερο βιβλίο δεν διέθετε τόσα πολλά χρήματα, και προτίμησε να προσανατολιστεί σε μικρότερη ποσότητα αντιτύπων, κάτι που ο προηγούμενος εκδότης δεν αναλάμβανε. Σιγά σιγά, μέσα από τη συζήτηση, κατάλαβα τι είχε συμβεί με το πρώτο του βιβλίο και από τα συμφραζόμενα αποκαλύφθηκαν και αρκετές πτυχές της συμφωνίας του με τον προηγούμενο εκδότη.

Ο εν λόγω εκδότης συμβούλευε τους συγγραφείς να παραγγέλνουν τουλάχιστον χίλια αντίτυπα για το κάθε τους βιβλίο, επειδή ο ίδιος, όπως ισχυριζόταν, τα πρώτα οχτακόσια τα πωλούσε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Τα υπόλοιπα 200 τα παραχωρούσε στον συγγραφέα για να τα διαθέσει όπου αυτός επιθυμούσε. Η συμφωνία ανέφερε πως ο συγγραφέας δικαιούνταν να λαμβάνει ποσοστά μετά από τα 800 αντίτυπα. Αυτό σήμαινε ότι ο ίδιος, αντικειμενικά, δεν μπορούσε να γνωρίζει την τύχη των πρώτων οχτακοσίων αντιτύπων. Έτσι ο εκδότης πληρωνόταν για την παραγωγή χιλίων αντιτύπων (και  υποτίθεται θα προσδοκούσε και όλα τα ποσοστά από τα κέρδη των πρώτων οχτακοσίων). Και φυσικά τι έκανε; Τύπωνε διακόσια πενήντα αντίτυπα, έδινε τα διακόσια στον συγγραφέα, και διέθετε στην αγορά μόνο τα  υπόλοιπα πενήντα. Στη συνέχεια, μετά από λίγο καιρό, τηλεφωνούσε στο συγγραφέα και του έλεγε ότι τα οχτακόσια αντίτυπα εξαντλήθηκαν (με ενθουσιώδεις εκφράσεις όπως «το βιβλίο σου έγινε ανάρπαστο» και «φεύγει σαν ζεστό ψωμί»!) και πως αν είχε έτοιμο κι άλλο βιβλίο, θα ήθελε πολύ να το εκδώσει ο ίδιος.

Υποθέτω ότι μετά από ένα τόσο χαρμόσυνο τηλεφώνημα λίγοι συγγραφείς αντιστέκονται στον πειρασμό να ξανατυπώσουν βιβλία τους στον ίδιο εκδότη, κι ας ξέρουν ότι δεν θα πάρουν ποσοστά από τις πωλήσεις των πρώτων οχτακοσίων αντιτύπων. Γνωρίζω πολύ καλά την ψυχολογία τους, μιας και είμαι συγγραφέας ο ίδιος, κι έχω περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια όλες τις ψυχολογικές διακυμάνσεις που μπορεί να βιώσει ένας συγγραφέας. Συνήθως οι συγγραφείς, και ειδικά οι πρωτοεμφανιζόμενοι, θεωρούν τόσο τιμητικό το να αγοράζουν οι αναγνώστες τα βιβλία τους, ώστε τα χρήματα που μπορεί να τους αποφέρουν αυτές οι πωλήσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Οι περισσότεροι είναι τόσο συνεσταλμένοι που συχνά παραιτούνται από τη διεκδίκηση των ποσοστών τους, μετά από δυο τρεις διστακτικές τηλεφωνικές ενοχλήσεις στα λογιστήρια των εκδοτών τους. 

Ο συγγραφέας, λοιπόν, τον οποίο χαρακτήρισα παραπάνω ως «μία από τις χειρότερες περιπτώσεις», εννοώντας «θύματος εξαπάτησης», μου ανέθεσε να τυπώσω πολύ λιγότερα αντίτυπα για το δεύτερο βιβλίο του, από όσα είχε τυπώσει για το πρώτο του βιβλίο, λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Εφόσον είχε πουλήσει πανεύκολα, με βάση τις πληροφορίες που του έδινε ο πρώτος εκδότης, οχτακόσια αντίτυπα η πρώτη του απόπειρα -τι στο καλό;- η δεύτερη δεν θα πουλούσε έστω τα μισά για αρχή; Και μετά θα βλέπαμε για την ανατύπωση. Οι ανατυπώσεις θα χρηματοδοτούνταν μάλλον από τα ποσοστά κέρδους της εκάστοτε προηγούμενης έκδοσης. Ωστόσο, αν και είχε γράψει ένα πολύ αξιόλογο, από λογοτεχνική άποψη, βιβλίο, το είδος του δεν προοριζόταν για το πλατύ κοινό, αντιθέτως μάλιστα. Απευθυνόταν σε πολύ απαιτητικούς μεν, αλλά λιγοστούς, αναγνώστες. Συνεπώς οι πωλήσεις που σημείωσε ήταν ασήμαντες, παρόλο που η διαφήμιση που του επιφυλάξαμε ήταν, αν όχι πολύ καλύτερη, τουλάχιστον η ίδια με όλων των άλλων τίτλων που εκδίδουμε. Το αποτέλεσμα; Πιστεύοντας ότι ο πρώτος εκδότης είχε σχεδόν «θησαυρίσει» (αυτή είναι δική του έκφραση) πουλώντας το πρώτο του βιβλίο (χωρίς όμως ο ίδιος να λάβει από αυτόν, βάσει της συμφωνίας που είχαν κάνει, ποσοστά) οδηγήθηκε επιπόλαια, παρόλο που κατά τα άλλα ήταν πολύ ευφυής άνθρωπος, στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος εκδότης είχε «θάψει» το βιβλίο του, επειδή δήθεν δεν ασχολήθηκε αρκετά μαζί του, επειδή δήθεν δεν το διαφήμισε όπως έπρεπε, επειδή ακολούθησαν άλλες εκδόσεις, άλλων συγγραφέων και αυτό δήθεν εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του… επειδή… επειδή…  Με τίποτα δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι τα βιβλία του απευθύνονται σε ένα πάρα πολύ περιορισμένο κοινό και αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που δεν πουλάνε. Ούτε καν μπορούσε να διανοηθεί ότι είναι αδύνατον να πουλήσουν όταν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κάνει καμία προσπάθεια να γνωστοποιήσει την ύπαρξή τους στο κοινό, ή έστω στους φίλους του, με παρουσιάσεις σε διάφορους χώρους, ή με διάφορα μέσα π.χ. κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν πολύ δύσκολο να σχηματίσει μια εικόνα για το τι είχε πραγματικά συμβεί και για έναν ακόμα λόγο: αν παραδεχόταν τα παραπάνω, θα έπρεπε να αρχίσει να υποψιάζεται, και σιγά σιγά να παραδέχεται στον εαυτό του, ότι ούτε το πρώτο του βιβλίο είχε πουλήσει πάνω από πενήντα αντίτυπα. Και αυτό μάλλον θα ισοδυναμούσε με ισχυρότατο πλήγμα στην εναπομείνασα αυτοπεποίθησή του.

Το αποτέλεσμα; Για το τρίτο του βιβλίο, επέστρεψε στην αγκαλιά του προηγούμενου εκδότη, για να «πουλήσει» τα επόμενα οχτακόσια του αντίτυπα. Ή, ακόμα καλύτερα, για να λέει στον εαυτό του ή και στους φίλους του ότι πούλησε τουλάχιστον οχτακόσια αντίτυπα. Δεν είναι και μικρό πράγμα. Τον κατανοώ βαθύτατα. Δεν το σχολιάζω δεικτικά. Το έχει ανάγκη, δεν γίνεται να το απεμπολήσει αυτό εύκολα για χάρη μιας αλήθειας που «σκοτώνει».

Όλο αυτό ίσως σε κάποιους ακούγεται τραβηγμένο, αλλά είναι απλώς μια ακόμα ιστορία καθημερινής εξαπάτησης, όπως τόσες και τόσες άλλες στον τόπο μας. Το κακό όμως είναι ότι με τον καιρό διαπίστωσα ότι ο εν λόγω εκδότης δεν είναι ο μοναδικός που ακολουθεί αυτή την πρακτική. Την εφαρμόζουν ακόμα και «σοβαροί» εκδοτικοί οίκοι, με αξιόλογη πορεία και πολύ ποιοτικές παραγωγές. Οι εκδότες άλλωστε δεν διαφέρουμε από τους υπόλοιπους επαγγελματίες. Εξίσου μπορεί να υπάρχουν ανάμεσά μας απατεώνες ή έντιμοι. Έτσι είναι ο κόσμος.

Οι συγγραφείς, ωστόσο, που θέλουν το βιβλίο τους να είναι το αποτέλεσμα μιας σοβαρής και έντιμης συνεργασίας όλων των μερών που θα συμμετάσχουν στην παραγωγή του, καλό θα είναι να αναζητήσουν προσεκτικά τη λύση που τους ταιριάζει, αλλά και τον εκδότη που θα τους εμπνεύσει πραγματική εμπιστοσύνη. Κυρίως να ερευνήσουν προσεκτικά τις δυνατότητες που τους προσφέρονται, καθορίζοντας προηγουμένως τις ανάγκες τους, πριν αποφασίσουν με ποιον εκδοτικό οίκο θα συνεργαστούν. Ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν δεν συνέβαιναν όλα τα παραπάνω, ένα είναι σίγουρο: δεν ταιριάζουν όλοι οι εκδότες με όλους τους συγγραφείς.