Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Φρόντισέ το όσο καλύτερα μπορείς.



Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Θα ήθελες να θάψεις για πάντα το παιδί σου; Δεν το νομίζω. Αν, όμως, για κάποιον ανερμήνευτο, αυτοκαταστροφικό λόγο, αυτό είναι που θέλεις, τότε φτιάξ’ το μόνος σου. 


Προσφάτως έφτασε στην εταιρεία μας ερώτημα γιατί κοστολογούμε τόσο ακριβά τη δημιουργία ενός pdf ή ενός mobi, ενώ το word μετατρέπει αυτόματα ένα βιβλίο σε pdf ή ένα συγκεκριμένο εργαλείο ένα .doc σε .mobi αρχείο. Προφανώς αυτό που δεν είχε καταλάβει ο ερωτών ήταν ότι για να δημιουργηθεί ένα εκτυπώσιμο αρχείο pdf, θα πρέπει να προηγηθεί επαγγελματική σελιδοποίηση, κατά την οποία ένας γραφίστας στήνει το εσωτερικό ενός βιβλίου σύμφωνα με κάποιες προδιαγραφές (τυπογραφίας κ.ά.) και σύμφωνα με δεδομένα αρκετά πολύπλοκα μερικές φορές. Έπειτα περνάει σε αυτό όλες τις διορθώσεις που θα του στείλει ο διορθωτής και αργότερα ξαναπερνάει όσες βρεθούν κατά την αντιπαραβολή. Στη συνέχεια, αφού πρώτα το ελέγξει ο συγγραφέας, το αρχείο εξάγεται σε pdf, στις κατάλληλες διαστάσεις, ανάλυση, και με τα ανάλογα σημάδια κοπής και πίκμανσης, ώστε να είναι εκτυπώσιμο. Όσο για το ψηφιακό, π.χ. θα πρέπει να ενσωματωθούν στο αρχεία τα αντίστοιχα metadata ώστε το βιβλίο να εμφανίζεται ψηλά στις αναζητήσεις, τα περιεχόμενα κ.ά. Για τους περισσότερους συγγραφείς ακούγονται λίγο «κινέζικα» όλα αυτά και είναι φυσικό. Ωστόσο κατά καιρούς φτάνουν ανάλογα ερωτήματα, όπως αυτό που προ-ανέφερα, στην εταιρεία μας, από κάποιον που νομίζει ότι μπορεί να το κάνει μόνος του. Και είναι φυσικό από μια άποψη. Σε μια εποχή όπου πολλοί χρήστες υπολογιστή θεωρούν (επειδή διαθέτουν τα εργαλεία) ότι μπορούν μόνοι τους να ετοιμάσουν όλες τις εργασίες που αφορούν το βιβλίο τους, δεν θα περίμενε κανείς να μην συμβαίνει κάτι τέτοιο. Δυστυχώς όμως ισχύει πάντα ο κανόνας ότι ποτέ αυτός που ασχολείται περιστασιακά με κάτι δεν μπορεί να γνωρίζει τα «μυστικά» που γνωρίζει ο επαγγελματίας. Στις 99% των περιπτώσεων που ο συγγραφέας έχει πει «έχω ετοιμάσει μόνος μου το βιβλίο μου», και θέλω μόνο να «ανεβεί» στο Amazon, ή «να εκτυπωθεί και να πωλείται στα βιβλιοπωλεία», τα αρχεία που μας στέλνει είναι πολύ χαμηλής ποιότητας από αισθητική και τεχνική άποψη, ώστε πρέπει να δημιουργηθούν από την αρχή.

Αν θέλετε να παρουσιάσετε ένα βιβλίο στην μαμά σας και στη φίλη σας, ναι, τότε σελιδοποιείστε το και δημοσιεύστε το μόνος σας. Δεν είναι ανάγκη να σπαταλήσετε χρήματα για αυτό το σκοπό. Αν όμως θέλετε το βιβλίο σας να φτάσει στα χέρια χιλιάδων αναγνωστών και να ανταγωνιστεί την επαγγελματική παρουσίαση των μεγάλων εκδοτών, είτε της Ελλάδας είτε του εξωτερικού, τότε πρωτίστως αναθέστε τη δημιουργία των αρχείων του (είτε αυτά προορίζονται για την εκτύπωση του χάρτινου, είτε για την πώληση του ψηφιακού βιβλίου) σε επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά τις προκλήσεις που αφορούν την ετοιμασία ενός πραγματικά ανταγωνιστικού βιβλίου. Και κυρίως ζητήστε δείγμα δουλειάς από αυτούς τους επαγγελματίες πριν τους αναθέσετε μια εργασία. Είναι σίγουρα προτιμότερο από το να σπαταλάτε χρόνο για «να το κάνετε μόνος σας» ή και αρκετά χρήματα για να αγοράσετε τις οδηγίες που θα σας μάθουν «πώς να το κάνετε μόνος σας».

Μην ξεχνάτε ποτέ ότι οι αναγνώστες, κυρίως του εξωτερικού, γράφουν κριτικές για τα βιβλία που έχουν διαβάσει. Κριτικές για το περιεχόμενο των κειμένων, αλλά και για τις διορθώσεις, τη σελιδοποίηση και οτιδήποτε αφορά το βιβλίο που αγόρασαν. Κι αυτές οι κριτικές συνοδεύουν για πάντα τα βιβλία. Κανείς δεν θα ήθελε να εμφανιστεί κάτω από το βιβλίο του (που το έγραφε επί τέσσερα χρόνια, και η μετάφρασή του στοίχισε π.χ. 1200 ευρώ) η παρακάτω κριτική ενός αναγνώστη: «Αγόρασα τη χάρτινη εκδοχή. Το κείμενο φαίνεται ενδιαφέρον, και ίσως να διαπίστωνα ότι είναι πράγματι, αν μπορούσα να το διαβάσω. Όμως το διάστιχο ήταν τόσο στενό και κουραστικό, που στραβώθηκα και το άφησα στη μέση. Αισθάνομαι ότι έχασα τα λεφτά μου». Το βιβλίο σου είναι σαν το παιδί σου. Θα ήθελες να θάψεις για πάντα το παιδί σου; Δεν το νομίζω. Αν, όμως, για κάποιον ανερμήνευτο, αυτοκαταστροφικό λόγο, αυτό είναι που θέλεις, τότε φτιάξ’ το μόνος σου.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Πώς να προωθήσω το βιβλίο μου;



«Οι συγγραφείς που δαπανούν σημαντικά ποσά για την προώθηση του βιβλίου τους θεωρούν ότι αυτό, εκτός από πνευματικό δημιούργημα, είναι και καταναλωτικό προϊόν»
 

 Το κόστος κάθε έκδοσης δεν είναι κυρίως το κόστος παραγωγής του βιβλίου. Το πιο συχνό λάθος που κάνουν οι ανεξάρτητοι συγγραφείς, όταν υπολογίζουν το κόστος μιας έκδοσης, είναι να σταματούν στο κόστος παραγωγής. Όμως στην πραγματικότητα δεν τελειώνει εδώ η δαπάνη για την κυκλοφορία ενός βιβλίου. Διότι για να δει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας το βιβλίο του να γίνεται γνωστό στο κοινό και να παρουσιάζει αξιοσημείωτες πωλήσεις, θα πρέπει να έχει επενδύσει κι ένα ποσό, μικρό ή μεγάλο, για την προώθησή του. Σε όσες προωθητικές ενέργειες κι αν προχωρήσει ο εκδότης, δεν είναι δυνατόν να του προσφέρει την απαραίτητη κάλυψη. Ο εκδοτικός οίκος έχεις παράλληλα και δεκάδες άλλα βιβλία να «τρέξει», από την παραγωγή ως την προώθησή τους. Ο χρόνος που αναλογεί στο κάθε ένα από αυτά δεν μπορεί παρά να είναι περιορισμένος και ισόποσα μοιρασμένος. Συνεπώς το βάρος της προώθησης του νέου τίτλου πέφτει κυρίως στον συγγραφέα και (πέρα από τη δωρεάν προώθηση που μπορεί να κάνει μέσω διαδικτύου) το ποσό, που θα πρέπει να έχει προϋπολογίσει για την προβολή του βιβλίου του, δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο. Κατά την άποψή μου, θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερο του κόστους έκδοσης, αν το μέσο προβολής είναι κυρίως το διαδίκτυο, και ακόμα πιο υψηλό, αν το βιβλίο πρόκειται να διαφημιστεί στα έντυπα και στην τηλεόραση.

Όσο αφορά το διαδίκτυο, οι επιλογές προβολής είναι πάρα πολλές, από δωρεάν έως πολύ δαπανηρές. Οι περισσότερες όμως (από όσες προσφέρονται με αμοιβή) είναι αρκετά οικονομικές, και κατά συνέπεια, κάνοντας μια σχετικά μικρή επένδυση, είναι πάρα πολύ πιθανόν το βιβλίο να σημειώσει ικανοποιητικές πωλήσεις. (με την προϋπόθεση βέβαια να είναι πραγματικά καλό, και να έχει επαγγελματική εμφάνιση*). Αυτό σημαίνει να πάρει ο συγγραφέας πίσω τα χρήματα που δαπάνησε για την πρώτη έκδοση, και να μπορεί να προχωρήσει σε ανατύπωση. Από εκεί και πέρα, αν το βιβλίο «αγγίξει» την πρώτη κρίσιμη μάζα κοινού, τις περισσότερες φορές θα αρχίσει να «τρέχει» μόνο του, με τη γνωστή μέθοδο «από στόμα σε στόμα».

Όσο αφορά τα άλλα μέσα, το κόστος προβολής μοιάζει δυσθεώρητο, αλλά μερικές φορές πάρα πολύ αποδοτικό. Πάντα θα θυμάμαι τι «πανικός» παρατηρήθηκε όταν μια συγγραφέας παρουσίασε το βιβλίο της σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή υψηλής θεαματικότητας. Τα βιβλία έφταναν σε τεράστιες ντάνες στα καταστήματα των χονδρεμπόρων και «έφευγαν» εν ριπή οφθαλμού. Την επόμενη μέρα, και για περίπου έναν μήνα δεν προλαβαίναμε να πουλάμε το συγκεκριμένο βιβλίο στο Captainbook.gr. Γνωρίζω ότι για να παρουσιάσεις ένα προϊόν στην εν λόγω εκπομπή, πρέπει να τα «σκάσεις χοντρά», όπως λέγεται. Χρειάζεσαι τουλάχιστον πέντε χιλιάδες ευρώ για μια δεκάλεπτη παρουσίαση. Όμως ο συγκεκριμένος εκδότης πήρε σίγουρα τα χρήματά του πίσω και μάλιστα πολύ γρήγορα.

Ας κάνουμε έναν πρόχειρο υπολογισμό: το βιβλίο πωλούνταν 15,00 ευρώ. Το καθαρό κέρδος του εκδότη, στην καλύτερη περίπτωση, πρέπει να είναι 3,00 ευρώ. Πούλησε σε έναν μήνα περίπου 6.000 αντίτυπα = 18.000 ευρώ. Μείον 5.000 ευρώ για την τηλεοπτική εκπομπή που το διαφήμισε = καθαρό κέρδος μέσα σε έναν μήνα 13.000 ευρώ. Καθόλου άσχημα, έτσι δεν είναι;

Όμως δεν είναι όλοι οι συγγραφείς έτοιμοι να ρισκάρουν έτσι εύκολα 5.000 ευρώ για μια μόνο διαφημιστική ενέργεια, ακόμα κι αν τους υποσχεθεί κάποιος ότι θα τα πάρουν πίσω σύντομα και με το παραπάνω. Επιπλέον υπάρχουν και πολλοί ακόμα παράγοντες που θα φέρουν άμεσα πωλήσεις, όπως το επικοινωνιακό χάρισμα του συγγραφέα ο οποίος θα μιλήσει στην τηλεοπτική εκπομπή, το θέμα του βιβλίου (που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μια αληθινή ιστορία «γαργαλιστική» και τραγική ταυτόχρονα), το αν είναι κατάλληλο για το κοινό τέτοιων εκπομπών κ.ά. Πάντως, καλώς ή κακώς η τηλεόραση έχει τη μεγαλύτερη δύναμη από άποψη προβολής, και όποιος αποτολμήσει ένα τέτοιο βήμα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μείνει παραπονεμένος. Αλλά συνήθως οι συγκεκριμένοι συγγραφείς, που κάνουν αυτά τα βήματα, έχουν θέσει εξ αρχής πολύ συγκεκριμένους στόχους: θεωρούν ότι το βιβλίο τους, εκτός από πνευματικό δημιούργημα είναι και καταναλωτικό προϊόν, γεγονός που δεν ντρέπονται να το ομολογήσουν στον εαυτό τους. Επιπλέον πιστεύουν ότι, αντιμετωπίζοντάς το και ως τέτοιο προϊόν, είναι θεμιτό να προσπαθούν να αυξήσουν τις πωλήσεις του ώστε να τους αποφέρει κέρδη. Κατά συνέπεια η συγγραφή για αυτούς, εκτός από ένα ευχάριστο χόμπι, είναι και κάτι σαν μια μικρή ή μεγάλη «επιχείρηση», στην οποία χρειάζεται να επενδύσουν κάποια ποσά, ώστε μελλοντικά να επιτύχουν κερδοφορία.

Όσο αποκρουστικές κι αν ακούγονται ορισμένες από τις παραπάνω σκέψεις στα καλλιτεχνικά αυτιά κάποιων συγγραφέων, είναι απαραίτητο να ειπωθούν, κυρίως από κάθε δημιουργό προς τον εαυτό του, πριν κάνει το πρώτο βήμα προς την έκδοση. Γιατί έτσι θα μπορεί να αποφασίσει πόσα βιβλία πρέπει να τυπώσει, και στη συνέχεια, αν το βιβλίο του δεν σημειώσει πωλήσεις, θα γνωρίζει πολύ καλά γιατί. Σε έναν κόσμο που λειτουργεί με κανόνες αγοράς, αν θέλεις πραγματικά το βιβλίο σου, ή οποιοδήποτε πνευματικό προϊόν, να γίνει ευρέως γνωστό, πρέπει να παίξεις με αυτούς τους κανόνες. Αν δεν τους παίξεις, τουλάχιστον απόλαυσέ το. Τύπωσε λίγα αντίτυπα, και μοιράσου με τους φίλους σου και τους γνωστούς σου την ανεπανάληπτη αυτή εμπειρία.

Αν όμως είσαι συγγραφέας που θέλει κάποια στιγμή να καταφέρει να ζει από τις πωλήσεις των βιβλίων του, αντιμετώπισε το δημιούργημά σου ως μια μικρή ή μεγάλη επιχείρηση. Μερικοί ήδη τα κατάφεραν άριστα, και πάρα πολλοί τα πηγαίνουν αρκετά καλά. Και επειδή το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι πάρα πολύ μικρό, και την «πίτα» των μεγάλων πωλήσεων την μοιράζονται πολύ λίγοι συγγραφείς κάθε φορά, θα πρέπει παράλληλα να δώσεις ώθηση στο βιβλίο σου μέσω της εξωστρέφειας. Αν π.χ. είναι κατάλληλο και για το ξένο κοινό, διακίνησέ το σε όσο πιο πολλές αγορές μπορείς, ώστε να αυξήσεις θεαματικά τους υποψήφιους αναγνώστες σου.

Όποιο δρόμο κι αν διαλέξεις, σημασία έχει να απολαύσεις τη διαδρομή.

----

*Το ζήτημα της ανάγκης επαγγελματικής παρουσίασης των βιβλίων θα το τονίζω ξανά και ξανά στα άρθρα μου, διότι καθημερινά αντιμετωπίζω το αποκαρδιωτικό γεγονός να φτάνουν στο βιβλιοπωλείο μας βιβλία με πολύ αξιόλογο περιεχόμενο αλλά με άκρως ερασιτεχνική, ή ακόμα και αντιαισθητική, εμφάνιση. Αυτό ίσως να μην είναι τόσο φοβερό, αν θέλει να τυπώσει κανείς δέκα αντίτυπα για να τα μοιραστεί με τους φίλους του. Αν όμως θέλει να διακινηθούν στην αγορά, και να ανταγωνιστούν ισάξια τα βιβλία των υπόλοιπων εκδοτών, τότε χρειάζεται οπωσδήποτε να επιμεληθεί την έκδοση ειδικός επαγγελματίας.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Σε πόσα αντίτυπα πρέπει να τυπώσω το βιβλίο μου;



Τα αρχεία του βιβλίου σου είναι έτοιμα, έχεις κάνει ήδη τη σχετική έρευνα και έχεις αποφασίσει ποιος εκδότης θα αναλάβει την παραγωγή. Τότε, εκ των πραγμάτων, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: σε πόσα αντίτυπα θα τυπωθεί η πρώτη έκδοση;

Είσαι νέος συγγραφέας, ενθουσιώδης, γεμάτος πίστη στο έργο σου, αλλά και γεμάτος ελπίδα. Μερικές φορές, όταν ονειροπολείς, φαντάζεσαι ότι το βιβλίο σου έχει κατακλίσει κάθε βιτρίνα και κάθε πάγκο βιβλιοπωλείου, και πως όλοι οι αναγνώστες σύντομα θα τρέχουν για να το προμηθευτούν. Όμως επειδή μετά ξυπνάς και προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι σώφρον να τυπώσεις 2.000 ή 3.000 αντίτυπα για την πρώτη έκδοση, γιατί πολύ πιθανόν να τα δεις στο μέλλον γεμάτα υγρασία να παλιώνουν σε κάποια αποθήκη.

Στο ζήτημα αυτό ο κάθε νέος συγγραφέας που ακόμα δεν γνωρίζει πόσο μεγάλο ή ποιο ακριβώς είναι το κοινό του, θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μεγαλύτερο τιράζ που μπορεί να χρηματοδοτήσει και στο μικρότερο τιράζ που μπορεί να του χρειαστεί.

Ως γνωστόν, σε κάθε εκτύπωση, όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός αντιτύπων, τόσο πιο χαμηλό προκύπτει το κόστος ανά τεμάχιο. Αυτός πρέπει να είναι ένας σημαντικός γνώμονας στην απόφαση που θα πάρεις, γιατί αν το κόστος ανά τεμάχιο είναι πολύ υψηλό (και θα είναι, αν τυπώσεις μόνο 20 αντίτυπα, μιας και στην Ελλάδα ακόμα η διαδικασία του print on demand δεν έχει αρκετά χαμηλό κόστος στον πολύ μικρό αριθμό τεμαχίων) το κέρδος σου θα είναι χαμηλότερο από τα έξοδά σου. Εφόσον κάθε βιβλίο σου θα κοστίζει π.χ. 8,00 ευρώ για να τυπωθεί, και εσύ δεν μπορείς να το πουλάς πάνω από 14,00 ευρώ, καταλαβαίνεις ότι θα μπεις «μέσα», μια και στην καλύτερη περίπτωση όταν θα πωλείται στα βιβλιοπωλεία, το ποσοστό του κέρδους σου θα είναι 50% της λιανικής του τιμής κατά μέσο όρο, δηλαδή 7,00 ευρώ.

Ας πάμε τώρα στο άλλο άκρο. Έχεις γράψει ένα βιβλίο που ενδιαφέρει πολύ περιορισμένο κοινό.
Π.χ. μια πανεπιστημιακή έρευνα για το σπάνιο είδος σαύρας της νοτίου Ελλάδας. Θέλεις να τυπωθεί σε 500 αντίτυπα για να χαμηλώσει αρκετά το κόστος ανά τεμάχιο, ώστε αν πουληθούν και τα 500, να έχεις σημαντικό κέρδος. Αλλά πώς θα γίνει αυτό; Το συγκεκριμένο βιβλίο θα το αγοράσουν 10-15 άτομα στην καλύτερη περίπτωση, και τα υπόλοιπα βιβλία θα μείνουν δια παντός στην αποθήκη σου να θυμίζουν την νεανική επιπολαιότητά σου.

Πριν αποφασίσεις σε πόσα αντίτυπα θα τυπώσεις το βιβλίο σου, προσπάθησε να σκεφτείς ποιους μπορεί να ενδιαφέρει, πόσο πλατύ ενδέχεται να είναι το κοινό σου, αν τα «δώσεις όλα» για την προβολή του. Πόσοι είναι οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γνωστοί σου και οι γνωστοί των γνωστών σου, που θα το αγόραζαν σε παρουσιάσεις που μπορεί να οργανώσεις ανά την Ελλάδα. Ακόμα προσπάθησε να υπολογίσεις για πόσο καιρό θα ήθελες να έχεις διαθέσιμα αντίτυπα, για δώρα, για προωθητικούς σκοπούς, για κάποια περίσταση που δεν έχει παρουσιαστεί (π.χ. να προσφέρεις δώρα σε έναν μελλοντικό εργασιακό χώρο) ακόμα ακόμα πόσα αντίτυπα θα ήθελες να μείνουν για τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου. Και κάπου εκεί βρίσκεται το νούμερο που ψάχνεις, αφού προσθέσεις κι ένα 10% για την ενδεχόμενη περίπτωση της ξαφνικής επιτυχίας, ώστε να υπάρχει χρόνος για ανατύπωση. Περίπου τόσα θα πρέπει να είναι τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης, και μετά βλέπεις. Μακάρι να πάνε όλα καλά και να προχωρήσεις σε δεύτερη και τρίτη. Όμως αν κάποιος τυπογράφος ή εκδότης σου πει με ευκολία «το βιβλίο σου θα σκίσει, πρέπει σίγουρα να τυπώσουμε 1000 αντίτυπα, για αρχή», τότε έχεις ανάγκη από μια ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ τύχη, για να πάρεις τουλάχιστον πίσω τα χρήματά σου.





Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Αυτο-έκδοση: Ιστορίες επιτυχίας




Ο συγγραφέας Hugh Howey άντλησε έμπνευση από την την καριέρα του ως καπετάνιου γιοτ και ως βιβλιοπώλη, εξέδωσε το βιβλίο του ως ανεξάρτητος συγγραφέας, και σύντομα είδε τις πωλήσεις του να απογειώνονται θεαματικά. Σε αυτό το βίντεο μοιράζεται τις σκέψεις του για τις ανεξάρτητες εκδόσεις και αποπειράται να προβλέψει το μέλλον για τους συγγραφείς.
(Δες και το άρθρο: Συγγραφέας δεν είναι μόνο ο λογοτέχνης)

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Αναζητήστε τον εκδότη που σας ταιριάζει




Το βιβλίο, ειδικά το πρώτο, ενός συγγραφέα, κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί μία από τις πιο μεγάλες συναισθηματικές επενδύσεις της ζωής του. Κανονικά δεν θα πρέπει να το αντιμετωπίζει επιπόλαια. Ωστόσο έχω γνωρίσει συγγραφείς έντονα απογοητευμένους από την έως τώρα επαφή τους με τον εκδοτικό χώρο και, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τη συνέχεια, όχι άδικα.  

Ας πούμε ότι ήρθε η ώρα να εκδώσετε το βιβλίο σας και ψάχνετε για εκδότη. Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι δεν είστε από τις ελάχιστες «φίρμες» που βρίσκουν άνετα χρηματοδότηση, και αποφασίζετε να αναζητήσετε την πιο συμφέρουσα προσφορά κόστους σε συνάρτηση με όλο το υπόλοιπο πακέτο που μπορεί να προσφέρει ένας εκδοτικός οίκος (π.χ. επωνυμία, προβολή, τρόπους πληρωμής των ποσοστών σας από τις πωλήσεις, εγγύηση ότι αυτή η πληρωμή θα πραγματοποιηθεί τελικά, κ.ά.) Για όλα αυτά θα πρέπει να προηγηθεί πολύ προσεκτική αναζήτηση και έρευνα.

Το βιβλίο, ειδικά το πρώτο, ενός συγγραφέα, κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί μία από τις πιο μεγάλες συναισθηματικές επενδύσεις της ζωής του. Κανονικά δεν θα πρέπει να το αντιμετωπίζει επιπόλαια. Ωστόσο έχω γνωρίσει συγγραφείς έντονα απογοητευμένους από την έως τώρα επαφή τους με τον εκδοτικό χώρο και, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τη συνέχεια, όχι άδικα. Στον έναν ο εκδότης του δεν έχει αποδώσει τα ποσοστά που αναγράφονται στο συμφωνητικό που συνυπέγραψαν, σε άλλον έχουν τυπώσει βιβλίο που μοιάζει περισσότερο με ένα μάτσο κολλημένες μεταξύ τους, κακοτυπωμένες φωτοτυπίες και με εξώφυλλο που ξεβάφει, άλλος βρήκε μια πολύ χαμηλή τιμή αλλά ουσιαστικά ο εκδότης του ήταν απλά ένας τυπογράφος, δηλαδή δεν υποστήριζε το βιβλίο με διακίνηση ή με προωθητικές υπηρεσίες, ούτε με συμβουλές και καθοδήγηση για τις ενέργειες που χρειάζεται να ακολουθήσουν μια έκδοση. Όμως, μια από τις χειρότερες περιπτώσεις που έχω συναντήσει ήταν εκείνη ενός συγγραφέα που μου ανέθεσε να αναλάβω την έκδοση του δεύτερου βιβλίου του. Είχε εκδώσει το πρώτο σε κάποιον εκδότη, σε 1.000 αντίτυπα (πολύ υψηλό τιράζ, νομίζω, για συγγραφέα που εκδίδει πρώτη φορά και μάλιστα σε μια εποχή που η πτώση των πωλήσεων είναι δραματική), αλλά στο δεύτερο βιβλίο δεν διέθετε τόσα πολλά χρήματα, και προτίμησε να προσανατολιστεί σε μικρότερη ποσότητα αντιτύπων, κάτι που ο προηγούμενος εκδότης δεν αναλάμβανε. Σιγά σιγά, μέσα από τη συζήτηση, κατάλαβα τι είχε συμβεί με το πρώτο του βιβλίο και από τα συμφραζόμενα αποκαλύφθηκαν και αρκετές πτυχές της συμφωνίας του με τον προηγούμενο εκδότη.

Ο εν λόγω εκδότης συμβούλευε τους συγγραφείς να παραγγέλνουν τουλάχιστον χίλια αντίτυπα για το κάθε τους βιβλίο, επειδή ο ίδιος, όπως ισχυριζόταν, τα πρώτα οχτακόσια τα πωλούσε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Τα υπόλοιπα 200 τα παραχωρούσε στον συγγραφέα για να τα διαθέσει όπου αυτός επιθυμούσε. Η συμφωνία ανέφερε πως ο συγγραφέας δικαιούνταν να λαμβάνει ποσοστά μετά από τα 800 αντίτυπα. Αυτό σήμαινε ότι ο ίδιος, αντικειμενικά, δεν μπορούσε να γνωρίζει την τύχη των πρώτων οχτακοσίων αντιτύπων. Έτσι ο εκδότης πληρωνόταν για την παραγωγή χιλίων αντιτύπων (και  υποτίθεται θα προσδοκούσε και όλα τα ποσοστά από τα κέρδη των πρώτων οχτακοσίων). Και φυσικά τι έκανε; Τύπωνε διακόσια πενήντα αντίτυπα, έδινε τα διακόσια στον συγγραφέα, και διέθετε στην αγορά μόνο τα  υπόλοιπα πενήντα. Στη συνέχεια, μετά από λίγο καιρό, τηλεφωνούσε στο συγγραφέα και του έλεγε ότι τα οχτακόσια αντίτυπα εξαντλήθηκαν (με ενθουσιώδεις εκφράσεις όπως «το βιβλίο σου έγινε ανάρπαστο» και «φεύγει σαν ζεστό ψωμί»!) και πως αν είχε έτοιμο κι άλλο βιβλίο, θα ήθελε πολύ να το εκδώσει ο ίδιος.

Υποθέτω ότι μετά από ένα τόσο χαρμόσυνο τηλεφώνημα λίγοι συγγραφείς αντιστέκονται στον πειρασμό να ξανατυπώσουν βιβλία τους στον ίδιο εκδότη, κι ας ξέρουν ότι δεν θα πάρουν ποσοστά από τις πωλήσεις των πρώτων οχτακοσίων αντιτύπων. Γνωρίζω πολύ καλά την ψυχολογία τους, μιας και είμαι συγγραφέας ο ίδιος, κι έχω περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια όλες τις ψυχολογικές διακυμάνσεις που μπορεί να βιώσει ένας συγγραφέας. Συνήθως οι συγγραφείς, και ειδικά οι πρωτοεμφανιζόμενοι, θεωρούν τόσο τιμητικό το να αγοράζουν οι αναγνώστες τα βιβλία τους, ώστε τα χρήματα που μπορεί να τους αποφέρουν αυτές οι πωλήσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Οι περισσότεροι είναι τόσο συνεσταλμένοι που συχνά παραιτούνται από τη διεκδίκηση των ποσοστών τους, μετά από δυο τρεις διστακτικές τηλεφωνικές ενοχλήσεις στα λογιστήρια των εκδοτών τους. 

Ο συγγραφέας, λοιπόν, τον οποίο χαρακτήρισα παραπάνω ως «μία από τις χειρότερες περιπτώσεις», εννοώντας «θύματος εξαπάτησης», μου ανέθεσε να τυπώσω πολύ λιγότερα αντίτυπα για το δεύτερο βιβλίο του, από όσα είχε τυπώσει για το πρώτο του βιβλίο, λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Εφόσον είχε πουλήσει πανεύκολα, με βάση τις πληροφορίες που του έδινε ο πρώτος εκδότης, οχτακόσια αντίτυπα η πρώτη του απόπειρα -τι στο καλό;- η δεύτερη δεν θα πουλούσε έστω τα μισά για αρχή; Και μετά θα βλέπαμε για την ανατύπωση. Οι ανατυπώσεις θα χρηματοδοτούνταν μάλλον από τα ποσοστά κέρδους της εκάστοτε προηγούμενης έκδοσης. Ωστόσο, αν και είχε γράψει ένα πολύ αξιόλογο, από λογοτεχνική άποψη, βιβλίο, το είδος του δεν προοριζόταν για το πλατύ κοινό, αντιθέτως μάλιστα. Απευθυνόταν σε πολύ απαιτητικούς μεν, αλλά λιγοστούς, αναγνώστες. Συνεπώς οι πωλήσεις που σημείωσε ήταν ασήμαντες, παρόλο που η διαφήμιση που του επιφυλάξαμε ήταν, αν όχι πολύ καλύτερη, τουλάχιστον η ίδια με όλων των άλλων τίτλων που εκδίδουμε. Το αποτέλεσμα; Πιστεύοντας ότι ο πρώτος εκδότης είχε σχεδόν «θησαυρίσει» (αυτή είναι δική του έκφραση) πουλώντας το πρώτο του βιβλίο (χωρίς όμως ο ίδιος να λάβει από αυτόν, βάσει της συμφωνίας που είχαν κάνει, ποσοστά) οδηγήθηκε επιπόλαια, παρόλο που κατά τα άλλα ήταν πολύ ευφυής άνθρωπος, στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος εκδότης είχε «θάψει» το βιβλίο του, επειδή δήθεν δεν ασχολήθηκε αρκετά μαζί του, επειδή δήθεν δεν το διαφήμισε όπως έπρεπε, επειδή ακολούθησαν άλλες εκδόσεις, άλλων συγγραφέων και αυτό δήθεν εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του… επειδή… επειδή…  Με τίποτα δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι τα βιβλία του απευθύνονται σε ένα πάρα πολύ περιορισμένο κοινό και αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που δεν πουλάνε. Ούτε καν μπορούσε να διανοηθεί ότι είναι αδύνατον να πουλήσουν όταν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κάνει καμία προσπάθεια να γνωστοποιήσει την ύπαρξή τους στο κοινό, ή έστω στους φίλους του, με παρουσιάσεις σε διάφορους χώρους, ή με διάφορα μέσα π.χ. κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν πολύ δύσκολο να σχηματίσει μια εικόνα για το τι είχε πραγματικά συμβεί και για έναν ακόμα λόγο: αν παραδεχόταν τα παραπάνω, θα έπρεπε να αρχίσει να υποψιάζεται, και σιγά σιγά να παραδέχεται στον εαυτό του, ότι ούτε το πρώτο του βιβλίο είχε πουλήσει πάνω από πενήντα αντίτυπα. Και αυτό μάλλον θα ισοδυναμούσε με ισχυρότατο πλήγμα στην εναπομείνασα αυτοπεποίθησή του.

Το αποτέλεσμα; Για το τρίτο του βιβλίο, επέστρεψε στην αγκαλιά του προηγούμενου εκδότη, για να «πουλήσει» τα επόμενα οχτακόσια του αντίτυπα. Ή, ακόμα καλύτερα, για να λέει στον εαυτό του ή και στους φίλους του ότι πούλησε τουλάχιστον οχτακόσια αντίτυπα. Δεν είναι και μικρό πράγμα. Τον κατανοώ βαθύτατα. Δεν το σχολιάζω δεικτικά. Το έχει ανάγκη, δεν γίνεται να το απεμπολήσει αυτό εύκολα για χάρη μιας αλήθειας που «σκοτώνει».

Όλο αυτό ίσως σε κάποιους ακούγεται τραβηγμένο, αλλά είναι απλώς μια ακόμα ιστορία καθημερινής εξαπάτησης, όπως τόσες και τόσες άλλες στον τόπο μας. Το κακό όμως είναι ότι με τον καιρό διαπίστωσα ότι ο εν λόγω εκδότης δεν είναι ο μοναδικός που ακολουθεί αυτή την πρακτική. Την εφαρμόζουν ακόμα και «σοβαροί» εκδοτικοί οίκοι, με αξιόλογη πορεία και πολύ ποιοτικές παραγωγές. Οι εκδότες άλλωστε δεν διαφέρουμε από τους υπόλοιπους επαγγελματίες. Εξίσου μπορεί να υπάρχουν ανάμεσά μας απατεώνες ή έντιμοι. Έτσι είναι ο κόσμος.

Οι συγγραφείς, ωστόσο, που θέλουν το βιβλίο τους να είναι το αποτέλεσμα μιας σοβαρής και έντιμης συνεργασίας όλων των μερών που θα συμμετάσχουν στην παραγωγή του, καλό θα είναι να αναζητήσουν προσεκτικά τη λύση που τους ταιριάζει, αλλά και τον εκδότη που θα τους εμπνεύσει πραγματική εμπιστοσύνη. Κυρίως να ερευνήσουν προσεκτικά τις δυνατότητες που τους προσφέρονται, καθορίζοντας προηγουμένως τις ανάγκες τους, πριν αποφασίσουν με ποιον εκδοτικό οίκο θα συνεργαστούν. Ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν δεν συνέβαιναν όλα τα παραπάνω, ένα είναι σίγουρο: δεν ταιριάζουν όλοι οι εκδότες με όλους τους συγγραφείς.


 

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Διάφορα είδη εξωφύλλων. Υλικά και χρήσεις.



Σε προηγούμενο άρθρο ξεκαθαρίσαμε κάποια ζητήματα όσο αφορά στα εξώφυλλα των βιβλίων. Ωστόσο θεωρώ ότι πρέπει να δοθούν μερικές ακόμα διευκρινίσεις, ίσως και να λυθούν κάποιες παρεξηγήσεις σε σχέση με τις προδιαγραφές των εξωφύλλων.

Τι πρέπει να προσέξετε στα βιβλία με μαλακό εξώφυλλο

  1. Το μαλακό εξώφυλλο μπορεί να έχει ή να μην έχει «αυτιά».
  2. Τα «αυτιά» χρησιμεύουν για να φέρουν συνήθως το βιογραφικό του συγγραφέα και πληροφορίες για προηγούμενα βιβλία που έχει εκδώσει, αλλά και για να κάνουν πιο στιβαρό το μαλακό εξώφυλλο, εφόσον διπλασιάζουν το πάχος του. Προσωπικά τα συνιστώ πάντα, επειδή, όταν απουσιάζουν, με τον καιρό οι γωνίες του εξωφύλλου γυρίζουν προς τα έξω και δίνουν μια εικόνα ευτέλειας στο βιβλίο. (Σε κάποιες περιπτώσεις, για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους, δεν είναι εφικτό να υπάρχουν, γι’ αυτό ο συγγραφέας πρέπει πάντα να ζητάει διευκρινίσεις σχετικά).
  3. Στα πολύ λεπτά βιβλία τα «αυτιά» είναι δυσλειτουργικά στη χρήση. Δυσχεραίνουν το «ξεφύλλισμα» του βιβλίου και δεν στέκονται εύκολα κλειστά. Σε ανάλογες περιπτώσεις (αν τα «αυτιά» είναι για εσάς απολύτως απαραίτητα) υπάρχουν δύο εκδοχές: 1. προτιμήστε εξωτερική, ελεύθερη κουβερτούρα, η οποία ούτως ή άλλως έχει αυτιά, για να αγκαλιάζει το εξώφυλλο. 2. Τα αφτιά να είναι τόσο φαρδιά, όσο σχεδόν και το ίδιο το εξώφυλλο.
  4. Το μαλακό εξώφυλλο πρέπει να είναι πάντα πλαστικοποιημένο, είτε με ματ πλαστικοποίηση είτε με γυαλιστερή. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να επιλέγετε γυαλιστερό χαρτί για εξώφυλλο. Αρκεί το velvet. Η πλαστικοποίηση είναι αυτή που τελικά θα δείχνει το εξώφυλλό σας είτε ματ είτε γυαλιστερό.
  5. Μην ρισκάρετε ποτέ μαλακό εξώφυλλο, σε χαρτί velvet, χωρίς πλαστικοποίηση, γιατί αλλιώς ξεβάφει, λερώνει ή σκίζεται εύκολα. Στις μόνες περιπτώσεις που δεν συνιστάται πλαστικοποίηση, είναι στα «καλλιτεχνικά», σαγρέ ή ιριδίζοντα εξώφυλλα, δηλ. στα εξώφυλλα από ειδικά χαρτιά, που χρησιμοποιούνται συχνά σε βιβλία ποίησης ή σε ειδικές πολυτελείς εκδόσεις.
  6. Αν το μαλακό εξώφυλλο είναι τυπωμένο σε ειδικό χαρτί, χωρίς πλαστικοποίηση, ο γραφίστας, που θα ετοιμάσει τη μακέτα του εξωφύλλου, πρέπει να αποφύγει τα μεγάλα πλακάτα φόντα (ειδικά στις ψηφιακές εκτυπώσεις), γιατί υπάρχει κίνδυνος, σε αυτές τις περιοχές, να μην «στρώνουν» καλά τα μελάνια. Αφήστε για φόντο το χρώμα του χαρτιού, όποιο κι αν επιλέξετε, και πείτε στον γραφίστα σας να αφήσει όλο το υπόλοιπο εικαστικό μέρος, χωρίς φόντο.
  7. Αν, για το μαλακό εξώφυλλο ενός βιβλίου, επιλέξετε ανάγλυφη εκτύπωση (για τίτλους ή κάποιο άλλο μέρος του εικαστικού) ή χρυσοτυπία (χρυσά γράμματα ή σχέδια) ή τοπικό uv (γυαλιστερή πλαστικοποίηση μόνο σε ορισμένα σημεία του εξωφύλλου) υπολογίστε ότι το κόστος του κάθε εξωφύλλου θα αυξηθεί λίγο ή πολύ, ανάλογα και με τον αριθμό των τεμαχίων.


Τι πρέπει να προσέξετε στα βιβλία με σκληρό εξώφυλλο

  1. Το σκληρό εξώφυλλο δεν έχει «αυτιά». (Δυστυχώς συχνά, στα αιτήματα προσφοράς κόστους, μου στέλνουν αυτόν τον συνδυασμό επιλογών, δηλ. «σκληρό με αφτιά» κάτι που είναι αδύνατον. Σε αυτές τις περιπτώσεις αμέσως καταλαβαίνω, ότι ο συγγραφέας λέγοντας «σκληρό εξώφυλλο», εννοεί το μαλακό, αλλά επειδή είναι πιο χοντρό από το χαρτί του εσωτερικούς, θεωρεί ότι πρέπει να το χαρακτηρίσει ως «σκληρό»).
  2. Το πιο οικονομικό σκληρό εξώφυλλο είναι αυτό που αποτελείται από άκαμπτο χαρτόνι 2 ή 3 χιλιοστών το οποίο στη συνέχεια καλύπτεται από χάρτινο, τυπωμένο κάλυμμα (συνήθως από χαρτί velvet 150 γραμμαρίων) και εσωτερικά είναι καλυμμένο με ατύπωτες «φόδρες».
  3. Οι «φόδρες» είναι το εσωτερικό κάλυμμα του σκληρού εξωφύλλου, και αποτελούνται από ένα δίφυλλο ανάπτυγμα, του οποίου το ένα φύλλο κολλάει στην εσωτερική πλευρά του σκληρού εξωφύλλου και το άλλο φύλλο στην πρώτη σελίδα, του σώματος του βιβλίου.
  4. Οι τυπωμένες φόδρες ανεβάζουν το κόστος.
  5. Στην καλλιτεχνική βιβλιοδεσία, πιο ακριβές επιλογές είναι το δερμάτινο κάλυμμα (κυρίως για πολυτελείς εκδόσεις) και το κάλυμμα από πανί.
  6. Σε ένα σκληρό εξώφυλλο, το οποίο έχει χάρτινο κάλυμμα, μπορούμε να τυπώσουμε μόνο τον τίτλο του βιβλίου, είτε με μελάνι είτε με ανάγλυφη εκτύπωση) και στη συνέχεια να επιλέξουμε να καλύπτεται εξωτερικά από ένα ελεύθερο κάλυμμα (δηλαδή όχι κολλημένο στο υπόλοιπο βιβλίο, το οποίο αφαιρείται, αν θέλουμε, και ονομάζεται κουβερτούρα) όπου θα έχουμε τυπώσει το εικαστικό του εξωφύλλου.
  7. Αν πρόκειται για παιδικό παραμύθι, συνήθως αποφεύγουμε την κουβερτούρα και τυπώνουμε το εικαστικό θέμα του εξωφύλλου κατευθείαν πάνω στο κάλυμμα.
  8. Την κουβερτούρα πιο συχνά τη συναντάμε σε φωτογραφικά ή ζωγραφικά λευκώματα.
  9. Στα πανόδετα ή δερματόδετα εξώφυλλα συνηθίζεται και η χρυσοτυπία για τους τίτλους, το όνομα του συγγραφέα και το λογότυπο του εκδότη.


Το εξώφυλλο είναι το πρώτο πράγμα που βλέπει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας, για αυτό καλό θα είναι να σκεφτείτε πολύ τη μορφή που θέλετε να έχει, αφού προηγουμένως συμβουλευτείτε έναν επαγγελματία που διαθέτει τις γνώσεις και μπορεί να σας προτείνει την καλύτερη ή την πιο οικονομική λύση (ανάλογα με τις ανάγκες σας) αλλά και έχει τη διάθεση να σας εξηγήσει αναλυτικά κάθε σχετική λεπτομέρεια, με γνώμονα πάντα την ιδιαιτερότητα του βιβλίου σας.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Σκληρό ή μαλακό εξώφυλλο; Διαλέξτε το καταλληλότερο για το βιβλίο σας.



Σκληρό εξώφυλλο (Πανόδετο)

Το τι θεωρεί κανείς “σκληρό” γενικώς, είναι θέμα γούστου. Ωστόσο, στο ζήτημα του εξωφύλλου, πρέπει να είναι ξεκάθαρα τα πράγματα. 

Ένα από τα πιο συχνά λάθη που γίνονται, όταν κάποιος συγγραφέας επιλέγει τις προδιαγραφές του βιβλίου του, είναι να χαρακτηρίζει το εξώφυλλο ως «σκληρό», ενώ εννοεί το συνηθισμένο μαλακό εξώφυλλο από χαρτί βέλβετ 250 γραμμαρίων. Αυτό μάλλον συμβαίνει απλώς επειδή το εξώφυλλο τυχαίνει να είναι πιο παχύ από τις εσωτερικές σελίδες. Παρ’ όλα αυτά είναι εύκαμπτο και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «σκληρό».

Σκληρό είναι το εξώφυλλο από άκαμπτο, σκληρό χαρτόνι, πάχους συνήθως 2 ή 3 χιλιοστών, το οποίο είναι καλυμμένο ή από τυπωμένο χαρτί (χαρτόδετο), ή από δέρμα (δερματόδετο), ή από πανί (πανόδετο). Συνήθως τέτοιο εξώφυλλο χρησιμοποιείται στα παραμύθια (για να είναι ανθεκτικά απέναντι στις καταστροφικές επελάσεις της άγριας φυλής βανδάλων, που κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε «παιδιά») ή στις εγκυκλοπαίδειες και στα λεξικά και γενικώς σε βιβλία τα οποία προορίζονται να διαβαστούν πολλές φορές και θα πρέπει να αντέξουν στο χρόνο.

Τα περισσότερα βιβλία όμως, λογοτεχνικά, τεχνικά εγχειρίδια, δοκίμια, σχολικά, πανεπιστημιακά κλπ. έχουν μαλακό εξώφυλλο, το οποίο αποτελείται συνήθως από χαρτί velvet 250 ή 300 γραμμαρίων.

Μαλακό εξώφυλλο (χωρίς αυτιά)
Αν το βιβλίο σας δεν απευθύνεται σε παιδιά, δεν χρειάζεται να έχει σκληρό εξώφυλλο. Ειδικά σε εκδόσεις των λίγων αντιτύπων, το σκληρό εξώφυλλο μπορεί να ανεβάσει το κόστος του κάθε τεμαχίου, από 3 έως και 4 ευρώ περίπου. Εκτός βέβαια αν χρειάζεστε μια ειδική, πολυτελή έκδοση ή κάτι που θα αντέξει σε βάθος χρόνου.


Και φυσικά, δώστε προσοχή στα στοιχεία που σημειώνετε στη φόρμα με τις προδιαγραφές. Αν κατά λάθος ζητήσετε σκληρό εξώφυλλο, χωρίς να το χρειάζεστε, θα λάβετε μια εσφαλμένη (ως προς τις ανάγκες σας) προσφορά κόστους, που ίσως σας απογοητεύσει και σας αποτρέψει να προχωρήσετε στη δημοσίευση του βιβλίου σας.

Μου έχει συμβεί, συγγραφέας να μου ζητάει προσφορά κόστους για σκληρό εξώφυλλο (έχοντας στο μυαλό του το μαλακό των βιβλίων λογοτεχνίας), να του απαντώ, και στη συνέχεια να λαμβάνω ένα έντονο μήνυμα διαμαρτυρίας για τις  «απαράδεκτα υψηλές τιμές μας» και ως κατακλείδα κάτι σαν «ντροπή σας, σε καιρό κρίσης». Κι όλα αυτά από μια παρεξήγηση.

ΥΓ. Σε επόμενο άρθρο θα μιλήσουμε για «αυτιά» ή «πτερύγια», καθώς και για «φόδρες» και πλαστικοποιήσεις, δηλαδή για πράγματα που σχετίζονται με τα διάφορα ήδη εξωφύλλων και τους διαφορετικούς σκοπούς για τους οποίους αυτά προορίζονται.



Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Το ραβδί του μάγου


Τελευταία η δεκάχρονη κόρη μου έχει κολλήσει, μάλλον από το σχολείο, Χαριποτεροτίτιδα και όλη η οικογένεια προσπαθεί να συμβάλει κατά το δυνατόν ώστε να ακολουθεί πιστά την ενδεδειγμένη θεραπεία: δηλ. να μην απαξιώνουμε τους ήρωές της και να της αγοράζουμε τον επόμενο τόμο πριν ολοκληρώσει την ανάγνωση του προηγούμενου, για να τελειώνουμε όσο το δυνατόν συντομότερα με αυτή την ασθένεια.
Προχθές, επέστρεφα, μαζί της από μια βόλτα και πλησιάζοντας προς το αυτοκίνητο, έβαλα το χέρι στην τσέπη, ψάχνοντας το τηλεκοντρόλ για να το ξεκλειδώσω. Την τελευταία στιγμή όμως σκέφτηκα να συμμετάσχω κι εγώ λίγο στο «παραμύθι» της:
Στάθηκα μπροστά στο αυτοκίνητο και σηκώνοντας το δεξί χέρι, δείχνοντάς το, αναφώνησα: «Aloho Mora!». (Ως γνωστόν πρόκειται για το ξόρκι με το οποίο ανοίγει ο Χάρι Πότερ τις πόρτες). Ένας περαστικός, που με άκουσε, επιβράδυνε λίγο το βήμα του μπας και καταλάβει τι πετριά μπορεί να είχα φάει.
Η κόρη μου με κοίταξε δύσπιστα, έπειτα το βλέμμα της χρωματίστηκε από ένα ελαφρώς κοροϊδευτικό και κάπως υποτιμητικό ύφος, κι εκεί που περίμενα να μου πει: «Άσε τις χαζομάρες, ρε μπαμπά, και άνοιξε να μπούμε», μου λέει:
«Χρειάζεται ραβδί…»
Πραγματικά! Πώς μου είχε διαφύγει;

Για να γράψεις ένα βιβλίο που πραγματικά θα εμπνεύσει, είτε παιδιά είτε μεγάλους, χρειάζεται «μαγεία» και η μαγεία χρειάζεται «ραβδί». Πρέπει να μπεις στον μαγικό κόσμο που έχεις φανταστεί, και να γίνεις ένα με αυτόν. Πρέπει να πιστέψεις και ο ίδιος ότι οι ήρωές σου υπάρχουν, είναι αληθινοί, αλλιώς κανείς δεν θα τους πιστέψει. Συχνά διαβάζω βιβλία με στριφνούς διαλόγους, με ατεκμηρίωτες αναφορές και με ήρωες χωρίς σάρκα. Και είναι κρίμα. Γιατί μπορεί ο συγγραφέας να έχει μια πολύ τρυφερή, πρωτότυπη ή ενδιαφέρουσα ιστορία να πει. Αλλά δυστυχώς, την τελευταία στιγμή τον έπιασαν οι τσιγκουνιές ή δεν είχε την υπομονή να μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα, ώστε να προμηθευτεί το πιο πολύτιμο αντικείμενο για την εξάσκηση της μαγείας: το ραβδί. Και το «ραβδί» για το βιβλίο είναι πάντα ο επιμελητής. Είναι αυτός που θα διορθώσει και θα επιμεληθεί το κείμενο, ώστε να ρέει αβίαστα, και προ πάντων για να μην περιέχει τόσα τυπογραφικά λάθη ώστε να είναι για τον αναγνώστη από ενοχλητικό έως αποκρουστικό, όπως συνήθως είναι όσα βιβλία δεν έχουν περάσει από χέρια επαγγελματία επιμελητή (όχι απλά φιλόλογου).

Η επιμέλεια του κειμένου ίσως είναι ένα από τα πιο ακριβά κομμάτια της παραγωγής ενός βιβλίου, αλλά χωρίς αυτή το βιβλίο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα υπόλοιπα, «κανονικά» βιβλία της αγοράς. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που πολύ συχνά οι αυτο-εκδόσεις δεν έχουν εμπορική επιτυχία. (Σε άλλο άρθρο θα μιλήσουμε για την επιμέλεια της σελιδοποίησης και της εικονογράφησης, που είναι εξίσου σημαντικές εργασίες). Ο αναγνώστης, ακόμα και αυτός που δεν γνωρίζει τεχνικές λεπτομέρειες για τον τρόπο παραγωγής ενός βιβλίου, υποσυνείδητα αισθάνεται τον ερασιτεχνισμό και την προχειρότητα, όπου τα συναντά. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να μην το ρισκάρετε, απλώς και μόνο για να εξοικονομήσετε χρήματα. Προτιμήστε καλύτερα να τυπώστε σε πιο φτηνό χαρτί. Εκδώστε έστω μόνο ψηφιακό βιβλίο, ώστε να μην χρεωθείτε το κόστος του χαρτιού και της εκτύπωσης. Αλλά, προς Θεού, αναθέστε σε επαγγελματία τις διορθώσεις του βιβλίου σας. Κι αν αυτός σας συμβουλέψει ότι χρειάζεται, εκτός από διορθώσεις, και εκτεταμένη επιμέλεια, ακολουθήστε τη συμβουλή του. Σε αντίθετη περίπτωση μπορεί να εκτεθείτε ανεπανόρθωτα στους αναγνώστες σας. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο αμείλικτοι είναι στην κριτική τους, όταν βρεθούν μπροστά σε αδιόρθωτα κείμενα δημοσιευμένων βιβλίων.

Tip 1: Σε περίπτωση που αδυνατείτε να επωμιστείτε το κόστος της επιμέλειας, μπορείτε να προσφύγετε στη μέθοδο της ανταλλαγής υπηρεσιών. Προτείνετε σε κάποιον επαγγελματία επιμελητή/διορθωτή κειμένου να ανταλλάξετε τις υπηρεσίες του με κάποιες που μπορείτε να του προσφέρετε εσείς. Βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει: αν είστε βαφέας, προτείνετε να του βάψετε το σπίτι, αν γνωρίζετε από μπέιμπι σίτινγκ, προτείνετε να του κρατάτε τα παιδιά για ένα χρονικό διάστημα, αν απλά διαθέτετε εξοχική κατοικία, παραχωρείστε τη δωρεάν για κάποιες μέρες το καλοκαίρι.

Tip 2: Ζητήστε δείγμα επιμέλειας ή διόρθωσης τουλάχιστον δύο σελίδων, πριν αναθέσετε την εργασία, ώστε να ελέγξετε το βαθμό επιμέλειας που χρειάζεται το βιβλίο σας.




Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Συγγραφέας δεν είναι μόνο ο λογοτέχνης



Η ενασχόλησή μου, εδώ και μερικά χρόνια, με το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο CaptainBook.gr μού έχει δείξει ότι τα βιβλία για ειδικό κοινό (επαγγελματικές κατηγορίες, φοιτητές-σπουδαστές, ηλικιακές κατηγορίες ή ειδικών ομάδων πληθυσμού κλπ.) σημειώνουν, άλλοτε σύντομα κι άλλοτε αργά αλλά σταθερά, μεγαλύτερες πωλήσεις από τα πιο πολλά βιβλία λογοτεχνίας. Αυτό σημαίνει ότι επιτυχημένος εμπορικά συγγραφέας δεν είναι μόνο ο λογοτέχνης, όπως παραδοσιακά έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε, ούτε αποκλειστικά εκείνος που έχει το χάρισμα να αφηγείται ιστορίες. Μπορεί να είναι και ο επαγγελματίας ή ο ερασιτέχνης που κατέχει άριστα ένα αντικείμενο και ταυτόχρονα έχει τη διάθεση να μοιραστεί τις γνώσεις του με το κοινό.

Πολλές φορές με τους συνομιλητές μου φέρνω για παράδειγμα αυτό το βιβλίο. Το παραγγέλνουν πολύ συχνά στο CaptainBook.gr και αυτό έγινε αφορμή να το προσέξω λίγο παραπάνω. Δεν γνωρίζω προσωπικά τον συγγραφέα, αλλά έχω δει τόσες πολλές φορές, στο admin panel με τις παραγγελίες, τον τίτλο του βιβλίου του, ώστε δεν γινόταν να τον αγνοήσω. Το «Μάθε να χτίζεις πέτρα» για μένα είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτοέκδοσης κάποιου που δεν είναι λογοτέχνης αλλά η πώληση του βιβλίου του τού αποφέρει κέρδη, χωρίς απαραίτητα να είναι αυτός ο αρχικός του στόχος. Η αγάπη του συγγραφέα, όχι μόνο για το χτίσιμο της πέτρας, αλλά γενικώς για τα όμορφα και προσωπικά πράγματα, φαίνεται και από το γεγονός ότι
υπογράφει κάθε ένα αντίτυπο, όχι απλώς με μια τζίφρα, αλλά με χειρόγραφη αφιέρωση προς στον αναγνώστη που επικεντρώνεται συνήθως σε ευχές για καλή επιτυχία στο χτίσιμο με την πέτρα!

Αν, λοιπόν, είστε καλός σε κάτι και μπορείτε να μεταδώσετε στους άλλους τις γνώσεις σας, ίσως ήρθε η ώρα να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο. Πιθανόν σε όλη την Ελλάδα, αλλά –γιατί όχι; – και στον υπόλοιπο πλανήτη, να υπάρχουν άνθρωποι που διψούν να διδαχθούν αυτό που εσείς ήδη γνωρίζετε τόσο καλά. Υπάρχουν δουλειές τις οποίες δεν μπορείς να τις σπουδάσεις και χρειάζεσαι από κάπου να ξεκινήσεις. Γιατί όχι από ένα βιβλίο;



Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Κάθε βιβλίο χρειάζεται το δικό του χαρτί



Θα πηγαίνατε στο βουνό για trekking,
φορώντας βατραχοπέδιλα;

«Τα λευκώματα με ζωγραφικούς πίνακες ή με φωτογραφίες, παρουσιάζουν υψηλή ποιότητα εικόνας όταν τυπωθούν σε χαρτί Velvet, και μάλιστα, για να προσφέρουν αίσθηση πολυτέλειας, το πάχος του χαρτιού τους πρέπει να είναι πάνω από 150 γρ.»

Η παραπάνω φράση σε έναν μη-γνώστη της τυπογραφίας, όσο αφορά το πρώτο τμήμα της, ακούγεται σαν να έχει γραφτεί στα «κινέζικα», κι όσο αφορά το δεύτερο μοιάζει εντελώς παράλογη. Τι είναι το Velvet και από πότε το πάχος, δηλ. ο όγκος, υπολογίζεται με μονάδες μετρήσεως βάρους; Και όμως στην τυπογραφία αυτή η φράση είναι απολύτως λογική. 

Κάθε βιβλίο χρειάζεται το δικό του χαρτί. Ωστόσο ένας συγγραφέας, που πρόκειται να δημοσιεύει για πρώτη φορά βιβλίο, και διεξάγει έρευνα για το πόσο θα του στοιχίσει η έκδοση, δεν οφείλει να το γνωρίζει αυτό, όπως δεν γνωρίζει και πολλά άλλα σχετικά ζητήματα. Έτσι συνήθως οι συγγραφείς, που μου στέλνουν αιτήματα προσφοράς κόστους,  επιλέγουν χαρτί «γραφής» (ανεξάρτητα με το τι είδος βιβλίου προτίθενται να εκδώσουν) επειδή τυχαίνει αυτό να είναι προεπιλογή στην φόρμα με τις προδιαγραφές. Όμως αν προσέξει κανείς λίγο περισσότερο το στήσιμο αυτής της φόρμας, θα διαπιστώσει ότι δίπλα στα περισσότερα πεδία με τις προδιαγραφές υπάρχουν κάποια κόκκινα αγγλικά ερωτηματικά [?]. Π.χ. δίπλα στο πεδίο «χαρτί σώματος», που σημαίνει «τι χαρτί θα χρησιμοποιήσουμε για το εσωτερικό του βιβλίου», αν πατήσει κανείς το [?], θα του εμφανίσει την εξής πληροφορία:

Το χαρτί "γραφής" είναι το κλασικό λευκό χαρτί που χρησιμοποιείται στους οικιακούς εκτυπωτές. Το χαρτί velvet είναι λευκό, λείο και το πλέον κατάλληλο για ποιοτική απόδοση χρωμάτων (πχ. λευκώματα). Το χαρτί απαλού μπεζ χρώματος των βιβλίων λογοτεχνίας είναι τύπου Chamois. Αν δεν ξέρετε τι χαρτί να επιλέξετε, πείτε μας τι είδους είναι το βιβλίο σας και θα σας προτείνουμε το καταλληλότερο χαρτί.

Ας το πούμε αλλιώς: όπως δεν θα επιλέγατε να φορέσετε βατραχοπέδιλα ξεκινώντας να πάτε για trekking στο βουνό, έτσι δεν θα διαλέγατε χαρτί velvet για ένα μυθιστόρημα. (Δυστυχώς το έχουμε δει κι αυτό σε βιβλία της αγοράς!) Και φυσικά η τιμή των χαρτιών είναι διαφορετική από είδος σε είδος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ζητήσετε, από λάθος, ένα ακριβό χαρτί που δεν το χρειάζεται το βιβλίο σας, και η τιμή που θα λάβετε να σας αποθαρρύνει εντελώς. Δεν χρειάζεται όμως να αισθάνεστε άσχημα επειδή δεν γνωρίζετε αυτές τις τεχνικές λεπτομέρειες. Απλά, καλό θα ήταν να ενημερώνεστε, ώστε να διαλέξετε τα πιο κατάλληλα υλικά για το δικό σας βιβλίο. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι οι επαγγελματίες. Για να σας καθοδηγούν στα σημεία που δεν έχετε τις απαραίτητες γνώσεις, γιατί όσο πιο ακριβείς είναι οι προδιαγραφές που δίνετε για το βιβλίο σας, τόσο πιο κοντά στην πραγματικότητα θα είναι το ύψος τους κόστους που θα σας στείλει ο επαγγελματίας στον οποίο απευθυνθήκατε. 

Tip: Αν οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν είναι το δυνατό σας σημείο, πείτε σε έναν επαγγελματία: 1. τον αριθμό των λέξεων του βιβλίου σας, 2. αν αυτό περιέχει εικόνες, έγχρωμες ή ασπρόμαυρες, και περίπου πόσες, 3. σε ποιο είδος ανήκει, 4. Αν το θέλετε πολυτελές ή οικονομικό, και αφήστε να επιλέξει αυτός για λογαριασμός σας τις πιο κατάλληλες προδιαγραφές.


Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Υπολογίστε σωστά τον αριθμό σελίδων του βιβλίου σας



«Πάνω από το 40% των συγγραφέων που μου στέλνουν τις προδιαγραφές του βιβλίου τους, για να τους στείλω προσφορά κόστους, κάνουν το ίδιο λάθος».

Ένα λάθος που κάνουν συχνά οι συγγραφείς που μου ζητάνε εκτίμηση κόστους για το βιβλίο τους είναι να μου στέλνουν ως αριθμό σελίδων τον αριθμό που τους δείχνει ο κειμενογράφος τους. Όμως η διάσταση της σελίδας που έχει ως προεπιλογή το Word είναι το 21Χ29,7 ή αλλιώς το γνωστό Α4. Η σελίδα ενός βιβλίου λογοτεχνίας, ωστόσο, είναι συνήθως14Χ21 εκ. ή αντίστοιχα ένα τεχνικό βιβλίο 17Χ24 εκ. Μοιάζει αυτονόητο να υπολογίσει κανείς τις σελίδες με βάση το μέγεθος που θα προκύψει το βιβλίο, αφού σελιδοποιηθεί, και όχι σύμφωνα με το τι δείχνει ο κειμενογράφος κάτω αριστερά. Όμως φαίνεται πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο. Οι συγγραφείς άλλωστε, και κυρίως των βιβλίων λογοτεχνίας, δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με πρακτικά ζητήματα. Συχνά «αρρωσταίνουν» μόνο και μόνο εάν δουν ένα κείμενο που περιέχει πάνω από τρεις αριθμούς. Και αυτό δεν το λέω υποτιμητικά. Το ίδιο παθαίνω κι εγώ. Έχω λοιπόν παρατηρήσει ότι πάνω από το 40% των συγγραφέων που μου στέλνουν τις προδιαγραφές του βιβλίου τους κάνουν το ίδιο λάθος. Η συγκεκριμένη απροσεξία έχει ως αποτέλεσμα να τους απαντώ με μια λίγο ή πολύ χαμηλότερη τιμή από αυτή που θα κοστίσει τελικά το βιβλίο, με βάση την τελική του σελιδοποίηση. Και δεν είναι μόνο το κόστος των εκτυπωτικών εργασιών που επηρεάζεται από τον αριθμό των σελίδων. Με βάση τις σελίδες κοστολογούνται και όλες οι προ-εκτυπωτικές εργασίες, πλην της δημιουργίας του εξωφύλλου.

Ένας τρόπος για να υπολογίσετε με μεγάλη ακρίβεια τις σελίδες του τελικού, δηλ. του τυπωμένου βιβλίου σας, είναι να επιλέξετε ένα βιβλίο από αυτά που έχετε στη βιβλιοθήκη σας, και του οποίου η σελιδοποίηση (στήσιμο, μέγεθος περιθωρίων, κεφαλίδες κλπ.) φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στις ανάγκες σας, είτε αυτές είναι τεχνικής φύσης είτε αισθητικής, και να μετρήστε τις λέξεις μιας γεμάτης σελίδας ως εξής: μετράτε τις λέξεις από τρεις τυχαίες αράδες και αφού τις προσθέσετε, τις
διαιρείτε με το 3 για να υπολογίζετε έναν μέσο όρο λέξεων ανά αράδα. Μετά μετράτε τις αράδες της μίας σελίδας και το αποτέλεσμα το πολλαπλασιάζετε με το προηγούμενο αποτέλεσμα. Η πράξη αυτή θα σας δώσει τον αριθμό των λέξεων που θέλετε να έχει το βιβλίο σας σε κάθε σελίδα κατά μέσο όρο. Πάρτε τον αριθμό λέξεων όλου του βιβλίου σας και διαιρέστε τον με τον αριθμό σελίδας που έχετε βρει και προσθέστε στο αποτέλεσμα της διαίρεσης ένα δεκαεξασέλιδο τουλάχιστον. (Αν υπάρχει συχνή αλλαγή κεφαλαίων στο βιβλίο σας, δηλαδή μικρά κεφάλαια που στο τέλος και στην αρχή τους θα έχουμε σελίδες που δεν θα είναι πλήρεις κειμένου, πρέπει να προσθέσουμε ίσως ένα ακόμα δεκαεξασέλιδο. Αν υπάρχουν πολλές εικόνες ή πίνακες, πάλι υπολογίζουμε τις αντίστοιχες σελίδες που χρειάζονται για να αναπτυχθούν). Το αποτέλεσμα θα σας δείξει τον αριθμό σελίδων που θα έχει το βιβλίο σας όταν θα σελιδοποιηθεί στο σχήμα που επιθυμείτε. Π.χ. Για βιβλίο λογοτεχνίας 80000 λέξεων: 80000 λέξεις / 250 λέξεις ανά σελίδα (αυτός είναι ο αριθμός λέξεων που συνήθως περιέχει η σελίδα βιβλίου λογοτεχνίας όταν το βιβλίο έχει άνετα περιθώρια και διάστιχο «φιλικό» προς τον αναγνώστη, καθώς και γραμματοσειρά ευανάγνωστη αλλά όχι μεγάλη) + ένα δεκαεξασέλιδο ακόμα = ο τελικός αριθμός σελίδων του βιβλίου σας.

Πριν στείλετε αίτημα προσφοράς κόστους σε κάποιον εκδότη, καλύτερα να κάνετε αυτές τις τρεις τέσσερις πράξεις. (Αν είστε ένας ονειροπόλος ποιητής, που οι αριθμοί τού προκαλούν ναυτία, ζητήστε από έναν πιο πρακτικό φίλο σας να κάνει για χάρη σας αυτές τις πράξεις). Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσες δυσάρεστες εκπλήξεις θα αποφύγετε.